Σίγουρα έχετε ακούσει ή/και επαναλάβει τη φράση «Του Κουτρούλη ο γάμος».

Η καθιέρωση της φράσης “του Κουτρούλη ο γάμος” λέγεται ότι οφείλεται σ’  ένα παλιό έμμετρο θεατρικό έργο του Αλέξανδρου Ρίζου Ραγκαβή, που εκδόθηκε το 1845.

Σύμφωνα με τη λαϊκή παράδοση πάντως κάποιος με το όνομα Κουτρούλης παντρεύτηκε  και έκανε τρικούβερτο γλέντι.
Στη Μεθώνη μάλιστα την Καθαρή Δευτέρα γίνεται αναπαράσταση του “Γάμου του Κουτρούλη ο γάμος», η οποία είναι αναπαράσταση ενός πραγματικού γάμου του 14ου αιώνα.

Λέγεται πως ο Κουτρούλης ήταν υπαρκτό πρόσωπο και μάλιστα ήταν ένα ιππότης, που ζούσε στη Μεθώνη κατά τη διάρκεια του 14ου αιώνα.
Ο ωραίος αυτός ιππότης αγάπησε μια παντρεμένη γυναίκα, η οποία ανταπέδωσε τον έρωτά του και εγκατέλειψε τον νόμιμο σύζυγό της.
Το ερωτευμένο ζευγάρι άρχισε να συζεί. Η πράξη αυτή όμως ήταν απαράδεκτη για τα ήθη της εποχής και η Εκκλησία αφόρισε την άπιστη σύζυγο και μετέπειτα ερωμένη.

Ο Κουτρούλης, επί 17 ολόκληρα χρόνια, προσπαθούσε να πάρει από την εκκλησία την άδεια να παντρευτεί την αγαπημένη του, όμως στάθηκε αδύνατον.
Τελικά, το 1354, ο Πατριάρχης Αντώνιος Δ’, του έδωσε την άδεια και αμέσως ο Κουτρούλης πήρε την κοπέλα, πήγαν στην εκκλησία, παντρεύτηκαν και ακολούθησε ένα μεγάλο γαμήλιο γλέντι.
Όπως ήταν φυσικό, ο γάμος του Κουτρούλη έγινε το μέγα γεγονός της περιοχής.
Η είδηση διαδόθηκε από στόμα σε στόμα: «’Έγινε του Κουτρούλη ο γάμος», και άλλοι εξέφραζαν αμφιβολία και άλλοι τον περιέπαιζαν.

Στις μέρες μας, η έκφραση «έγινε του Κουτρούλη ο γάμος» λέγεται όταν θέλουμε να περιγράψουμε θορυβώδη συνάθροιση ή μεγάλη ακαταστασία.

*Ο συγγραφέας του έργου πάντως είχε προβλέψει ότι η φράση αυτή θα γινόταν παροιμιώδης, γι’ αυτό και στο τέλος της κωμωδίας τους ακόλουθους στίχους:

 

«Καλήν δουλειάν τω όντι κατωρθώσαμεν.

Νομίζω εις τα στόματα πολύν καιρόν

των Αθηναίων ότι θε να μείνωμεν.

Όταν ο κόσμος όλος εμπερδεύεται

και γίνεται μαλλιά κουβάρια, ταραχή

κι οχλοβοή και όλα διά τίποτε,

οι άνθρωποι θα λέγουν παροιμιακώς

ο γάμος του Κουτρούλη ότι γίνεται.»

Η υπόθεση του έργου εν ολίγοις έχει ως εξής: Την Ανθούσα, κόρη του Σπύρου, ξενοδόχου των Αθηνών, αγαπάει ο αστυνομικός γραφέας Λεωνίδας Ξανθούλης. Αυτή όμως φαίνεται ότι σκέφτεται και τα χρήματα του εκ Σύρας ράφτη Μανόλη Κουτρούλη, που την θέλει για γυναίκα του. Η Ανθούσα θέτει στον πλούσιο ράφτη έναν όρο για να τον παντρευτεί: να γίνει υπουργός. Τότε ο Κουτρούλης ρωτάει το φίλο του Στροβίλη ποια είναι τα προσόντα που πρέπει να έχει κάποιος για να υπουργοποιηθεί. Ο Στροβίλης του απαντά:

[…] … υποσχέσεις σκοτειναί

και λέξεις διφορούμεναι και δίστομοι,

να λέγουν «ναι» και «όχι» να υπονοούν,

[…] και δοκησισοφία και εγωισμοί.

Αίφνης η Ανθούσα μαθαίνει ότι ο Κουτρούλης γίνεται υπουργός. Μετά την εκπλήρωση της επιθυμίας της δέχεται να τον παντρευτεί και τελείται ο γάμος με κάθε επισημότητα. Όμως η κατάσταση παίρνει απροσδόκητη τροπή. Πλήθος κόσμου συρρέει στο γαμήλιο γλέντι ζητώντας από τον κ. «υπουργό» άλλοι θέσεις, άλλοι διορισμούς και άλλοι χρήματα. Γίνεται πραγματικά «του Κουτρούλη ο γάμος». Και τότε φθάνει ο Ξανθούλης που συλλαμβάνει τον Κουτρούλη,

διότι διαδώσας είδησιν ψευδή

περί του Υπουργείου, και αντιποιηθείς

αυτογνωμόνως χαρακτήρα υπουργού

έφερε ρήξεις, σύγκρουσιν και ταραχήν.

Το κείμενο συντάχθηκε με στοιχεία από τις εφημερίδες ΜΑΚΕΔΟΝΙΑ (φύλλο της 4ης Ιουλίου 1970) και ΕΜΠΡΟΣ (φύλλα της 31ηςΙανουαρίου 1947, της 6ης Φεβρουαρίου 1947 και της 20ης Φεβρουαρίου 1948).