Γεια σου, βρε μάγκα, νταλκαδιάρη και καραμπουζουκλή!

Πόσες φορές δεν έχουμε ακούσει αυτή την προσφώνηση και πόσες δεν την έχουμε εκστομίσει αυτή τη λέξη πάνω στο τσακίρ κέφι;

‘Εχει σχέση όμως ο καραμπουζουκλής με τα μπουζούκια και τις διπλοπενιές ή εμείς τον τοποθετήσαμε εκεί άθελά του;

Ας δούμε λοιπόν την “ιδιοσυγκρασία” του ετυμολογικώς, μπας και βγάλουμε καμιάν άκρη:

Κατ’ αρχάς, η λέξη καραμπουζουκλής είναι σύνθετη, από τις τούρκικες λέξεις kara + bıyık + -li (κατάληξη).

Το πρόθεμα Kara παρότι στα τούρκικα σημαίνει μαύρο, στην ελληνική γλώσσα έχει αποκτήσει και μια επιτατική εμφατική έννοια και σημαίνει: πολύ και έντονο (π.χ. καρακιτσαριό, καραπουτ@ν@ρ@, καρακαλτάκα κ.λπ. κ.λπ. κ.λπ.) .

Βıyık, στα τούρκικα ( και όχι büyük = μεγάλο ), σημαίνει Μουστάκι.

Επομένως, ο Kara-Βıyık-li, ελληνοποιημένα ο Καραμπουγιουκλής (που έγινε Καραμπουζουκλής επειδή έτσι μας βόλευε) είναι ο μαυρομούστακος, ή ο έχων μέγα μύστακα _ καμία σχέση με μπουζούκια δηλαδή.

Επειδή δε το μουστάκι συνδέεται με την ανδροπρέπεια (τουλάχιστον στην εμφάνιση_ μην το ξεχνάμε αυτό και μη σας θυμίσουμε και την παροιμία για “το μουστάκι και το μούσι….”), κατ΄επέκταση το Καραμπουζουκλής κατέληξε να σημαίνει και εντόνως ανδροπρεπής !!

Ομόρριζο είναι και το επώνυμο Μπουγιουκλάκης / Βουγιουκλάκης (Μαυρομουστακάαατσης δηλαδή, όπως Βροντάαατσης και Φουρτουνάαατσης), στην ελληνική).

Τώρα γιατί συνδέθηκε τόσο πολύ με τα μπουζούκια, ο καθένας ας το εξηγήσει μόνος του… κι ας υποθέσουμε απλώς πως ο καραμπουζουκλής είναι και τσίφτης, είναι και μπελαλής…

Τουρνέ και τούρνε, τουρνενέ, πες το βρε μάγκα μου το ναι, δηλαδή.

‘Αντε…μορφωθήκαμε και σήμερα

V (το v με Βου)