Μπορεί τα εμβόλια να θεωρούνται η σωστική λέμβος που θα μας οδηγήσει στο τέλος αυτής της πανδημίας, φαίνεται όμως πως η δράση τους δεν επαρκεί για μια συγκεκριμένη ομάδα ευάλωτων ασθενών. Πιο συγκεκριμένα, οι ασθενείς με αιματολογικούς καρκίνους μυελού των οστών ή των λεμφαδένων κινδυνεύουν να μην αναπτύξουν επαρκή αντισώματα μετά το εμβόλιο του κορονοϊού, όπως αναδεικνύουν τα στοιχεία νέας μελέτης από το Πανεπιστήμιο του Πίτσμπουργκ που δημοσιεύτηκαν στο medRxiv.

Μάλιστα, ο κίνδυνος κρίνεται μεγαλύτερος για όσους πάσχουν από χρόνια λεμφοκυτταρική λευχαιμία. Γι’ αυτό το λόγο, οι ειδικοί συστήνουν να συνεχίσουν την κοινωνική αποστασιοποίηση και τη χρήση μάσκας γι’ αυτούς τους ασθενείς και τους οικείους τους ακόμα και αν έχουν εμβολιαστεί. Οι ασθενείς με καρκίνους τέτοιου τύπου έχουν αυξημένο κίνδυνο θανάτου από κορονοϊό πάνω από 30% οπότε θα πρέπει να βρίσκονται σε άμεση προτεραιότητα για τον εμβολιασμό τους σύμφωνα με τους ερευνητές. Αυτοί οι ασθενείς αποκλείστηκαν από τις δοκιμές εμβολίων κατά της Covid-19, οπότε δεν υπάρχουν δεδομένα σχετικά με την αποτελεσματικότητα των εμβολίων.

Στην προκειμένη έρευνα πήραν μέρος 67 ασθενείς με αιματολογικούς καρκίνους που είχαν εμβολιαστεί είτε με το εμβόλιο της Pfizer ή της Moderna. Οι ερευνητές εξέτασαν το αίμα τους τρεις εβδομάδες μετά τη χορήγηση και της δεύτερης δόσης του εμβολίου. Ανακάλυψαν ότι περισσότερο από το 46% των ασθενών δεν είχαν αναπτύξει αντισώματα ενάντια στον ιό SARS-CoV-2. Επιπλέον, μόλις 3 στους 13 ασθενείς με χρόνια λεμφοκυτταρική λευχαιμία είχαν αναπτύξει μετρήσιμα αντισώματα παρόλο που το 70% δεν είχε λάβει θεραπεία για τον καρκίνο. Δεν υπήρξε κάποια σύνδεση μεταξύ θεραπείας του καρκίνου και των αντισωμάτων που θα μπορούσε να επηρεάσει την ανοσοαπόκριση από το εμβόλιο. Τέλος, είναι γνωστό πλέον στην επιστημονική κοινότητα ότι οι πιο ηλικιωμένοι ασθενείς είναι πιθανό να αναπτύξουν λιγότερα αντισώματα σε σύγκριση με τους ηλικιακά νεότερους.

«Η έλλειψη της ανοσοαπόκρισης ήταν αξιοσημείωτα χαμηλή» αναφέρει σχετικά ο Δρ. Mounzer Agha, αιματολόγος στο Κέντρο κατά του Καρκίνου Hillman του Πανεπιστημιακού Νοσοκομείου του Πίτσμπουργκ. «Ακόμα προσπαθούμε να καθορίσουμε γιατί αυτή η συγκεκριμένη κατηγορία ασθενών έχει χαμηλότερη ανοσοαπόκριση και αν αυτό το γεγονός ισχύει και για ασθενείς με συμπαγείς όγκους» καταλήγει.