“Το Μαργαριτάρι” είναι ένα έργο του John Steinbeck. Στην υπόθεση του, ένας αλιευτής μαργαριταριών, ο Κίνο, βρίσκει μέσα σε ένα στρείδι, ένα πολύ μεγάλο και σπάνιο μαργαριτάρι που θεωρητικά θα πρέπει να τον κάνει πλούσιο…


Γράφει ο Αλέξανδρος Τσίγγος*

Ξεκινάει λοιπόν, για να πάει από το ψαροχώρι του στην πόλη και να το πουλήσει. Αυτό που δε γνωρίζει είναι, ότι παρόλο που υπάρχουν πολλοί αγοραστές και με δικό του γραφείο ο καθένας τους, υποκρινόμενοι ότι ανταγωνίζονται ο ένας τον άλλον, όλοι εργάζονται για λογαριασμό ενός και μόνο αγοραστή. Έχουν κοινό αφεντικό.

Αλέξανδρος Τσίγγος

Κάθονται στις καρέκλες τους και περιμένουν να εμφανιστούν οι πωλητές των μαργαριταριών και όταν εμφανίζονται, αρχίζουν και φωνάζουν μεταξύ τους, διαγωνίζονται, απειλούν ο ένας τον άλλον, μέχρι να πετύχουν την χειρότερη-χαμηλότερη τιμή αγοράς, που θα δεχόταν ο κάθε αλιευτής, να πουλήσει τα μαργαριτάρια του.

Όταν πια η πώληση τελειώσει, η δήθεν αγοραστές κάθονται μόνοι, παίζουν στα χέρια τους τα μαργαριτάρια που αγόρασαν για λογαριασμό του ενός εργοδότη τους και εύχονται να ήταν αυτοί οι αληθινοί στην θέση του αφεντικού τους.

Έτσι φτάνοντας στην πόλη ο Κίνο, πηγαίνει στην αγορά και δείχνει το μαργαριτάρι του. Εκείνοι τότε συνεργαζόμενοι μεταξύ τους πως να τον εξαπατήσουν, προσπαθούν να τον πείσουν ότι δεν έχει την αξία που νομίζει και έτσι να το αγοράσουν σε μια εξευτελιστική τιμή.

Ο πρώτος πού πάει ο Κίνο, πίσω από το γραφείο του, φωνάζει τους άλλους «αγοραστές» και λέει:
« Αξιολόγησα αυτό το μαργαριτάρι. Ο ιδιοκτήτης του λοιπον, θεωρεί ότι η τιμή που του πρόσφερα δεν είναι δίκαιη. Σας καλώ λοιπόν εσάς, να το εξετάσετε και να του δώσετε μια τιμή, εσείς με την σειρά σας»

Ο δεύτερος από τους «αγοραστές» το πιάνει στα χέρια του, το στριφογυρίζει στα δάκτυλα, το ζυγιάζει και αποφαίνεται.
«Μη με υπολογίζετε. Δε θα προσφέρω ούτε το ελάχιστο. Αυτό δεν είναι μαργαριτάρι, είναι τερατούργημα.»

Ο τρίτος «αγοραστής», ένα μικρόσωμος άνδρας με ντροπαλή μαλακιά φωνή, παίρνει με την σειρά του το μαργαριτάρι, βγάζει έναν μεγεθυντικό φακό από την τσέπη του και το εξετάζει προσεκτικά. Μετά γελά γλυκά και λέει: «Έχω δει καλύτερα μαργαριτάρια στο παρελθόν. Ξέρω από αυτά. Αυτό είναι μαλακό και το βλέπω να θρυμματίζεται σαν κιμωλία, να χάνει το χρώμα του και να πεθαίνει σε λίγους μήνες.»

Δίνει στον Κίνο, τον μεγεθυντικό φακό, που δεν είχε δει ποτέ πως είναι η επιφάνεια ενός μαργαριταριού μεγεθυμένη και ο Κίνο σοκάρεται από το πόσο περίεργη είναι στην πραγματικότητα η επιφάνεια ενός μαργαριταριού.

Ο τέταρτος «αγοραστής», παίρνει από του Κίνο το χέρι το μαργαριτάρι και του λέει:
«Ένας από τους πελάτες μου, που του αρέσουν τέτοια, θα προσφέρει 500 πέσος η μπορεί, ίσως και 600.»

Ο Κίνο, του παίρνει το μαργαριτάρι από το χέρι και το βάζει μέσα στο κομμάτι δέρμα που το είχε πριν και το βάζει μέσα στο πουκάμισο του, μη διατεθειμένος να το πουλήσει σε αυτή την τιμή.

Ο αρχικός «αγοραστής», που συνεχίζει να κάθεται πίσω από το γραφείο του, παρεμβαίνει και λέει:«Ξέρω, είναι βλακεία μου ίσως, αλλά η αρχική μου προσφορά παραμένει. 1000 πέσος. Τι αποφασίζεις;
Ο Κίνο γυρίζει θυμωμένα και του απαντά: «Θέλετε να με κλέψετε. Το μαργαριτάρι μου, δεν είναι για πούλημα εδώ. Μπορεί να πάω και στην πρωτεύουσα για να το δώσω σε καλύτερη τιμή!»

Οι «αγοραστές» κοιτάξανε ο ένας τον άλλον.
Γνωρίζουν πώς να παίζουν καλά αυτό το παιγνίδι.
Γνωρίζουν πώς να πειθαρχούν αν αποτύχουν να πείσουν κάποιον να πουλήσει στην χειρότερη τιμή. Έτσι ο αρχικός αγοραστής, χωρίς να δείξει θυμό, η οργή, η απογοήτευση λέει:«Θα μπορούσα να σου δώσω 1500 πέσος»
Ο Κίνο αρνείται και φεύγει.

Στην συνέχεια της υπόθεσης, ο αληθινός αγοραστής, θα στείλει μπράβους για να τον κλέψουν, θα του καταστρέψουν το κανό, θα του κάψουν το σπίτι και στο τέλος προσπαθώντας να τον σκοτώσουν, σκοτώνουν τον γιό του.

Ο Κίνο απογοητευμένος, κουρασμένος, θλιμμένος και αηδιασμένος, πετάει το μαργαριτάρι πίσω στην θάλασσα. Έτσι τελειώνει αυτό το έργο του Steinbeck.

Ορίστε λοιπόν, η εικόνα της «Δημοκρατίας» μας και των κομμάτων της.
Πρώτα από όλα φροντίζουν να μην υπάρχει παρά μόνο ένας πραγματικός αγοραστής, για τον οποίον δουλεύουν όλοι ανεξαρτήτως.
Οι Αθέατοι των παρασκηνίων. Ελληνικών και ξένων.

Δεύτερο, μας έχουν δεμένους χεροπόδαρα σε ένα σύστημα συγκεκριμένο που αποτελείται από θεσμούς που δεν επιδέχονται την παραμικρή αλλαγή και ελέγχοντας τον κόσμο από ένα Τραπεζικό σύστημα, του οποίου ΕΜΕΙΣ είμαστε οι τροφοδότες!
Που να προτείνεις για παράδειγμα, σε τόπους με λιγότερο από 5000 κατοίκους, να κληρώνονται οι τοπικοί άρχοντες από ένα ψηφοδέλτιο, αντί να εκλέγονται από διαφορετικά, και να εκλέγονται μόνο εκείνοι που χρειάζεται να έχουν κάποιες ιδιαίτερες γνώσεις για θέσεις όπως η διαχείριση των οικονομικών. Που να προτείνεις σε αυτά τα μέρη, τα ολιγοπληθή, οι πολίτες να συνέρχονται για να αποφασίσουν για τα κοινά τους, για το που να διατεθούν τα έσοδα από τους φόρους και τις φροντίζουν έτσι τις ανάγκες του τόπου τους.
Μικρές τοπικές δημοκρατίες που θα έδιναν αγωγή και θα διαμόρφωναν πολιτικές συνειδήσεις, χωρίς κομματικές αλυσίδες.

Τρίτο, όλοι ανεξαιρέτως, έχοντας ιδιοποιηθεί την Πολίτική και το Κοινό, σε κοροϊδεύουν συνεννοημένοι, τι θα προσφέρει ο ένας και τι άλλος και εσύ τελικά ανεξάρτητα από το ποια πραμάτεια θα διαλέξεις, θα απολάβεις τα ίδια ακριβώς με τα πριν.
Μόνο τα πρόσωπα και το χρώμα αλλάζει, χωρίς απολύτως καμιά άλλη ουσία.

Τέταρτο, με όλους τους μηχανισμούς τους, σε πείθουν ότι δεν αξίζεις τίποτα. Ούτε εσύ σαν άνθρωπος, ούτε οι κόποι σου μια ζωή, ούτε και οι αγώνες, είτε οι δικοί σου, οι προσωπικοί, είτε των προηγούμενων γενιών και προπατόρων σου.
Σιγά την αξία που έχει η Ελλάδα σαν τόπος! Η μόνιμη τελική επωδός τους.

Πέμπτο, έκτο, έβδομο…εις την Ν, εργάζονται όλοι για τον ίδιο εργοδότη!
Τελικά, όπως ο Κίνο, πάς και πετάς στην θάλασσα το πολύτιμο σου μαργαριτάρι και λες δεν ασχολούμαι.
Αν αντισταθείς, τότε σου καίνε το σπίτι, την ζωή, στέλνουν τους μπράβους, επιβάλλουν είτε μια κοινοβουλευτική είτε μια στρατιωτική δικτατορία.
Πας έτσι σπίτι σου και τους αφήνεις τελικά να κάνουν αυτό ακριβώς που θέλουν.
Ότι τους καπνίσει και θεωρώντας μας πλέον αυτοπαρατημένους και ξεδοντιασμένους και πρόβατα στην διάθεση τους για σφαγή.

Γιατί αν το σκεφτούμε εμείς οι ίδιοι, πόσο θα εκτιμούσες κάποιον που τον ξεφτιλίζεις και σε γλείφει και υποτάσσεται στην επιθυμία σου, όσο απαράδεκτη κι αν είναι αυτή;
Ένα δεν συνειδητοποιούμε. Πόσο σημαντικοί είμαστε εμείς οι πραγματικοί αλιείς της ζωής. Εμείς είμαστε που δίνουμε αξία στο σύστημα τους. Εμείς είμαστε η πραγματική δύναμη και περιουσία του τόπου μας.

Ας αποφασίσουμε και σιγά σιγά να πάψουμε να είμαστε ο Κίνο!


*Ο Αλέξανδρος Τσίγγος είναι ραδιοφωνικός και τηλεοπτικός παραγωγός, σε Μέσα Μαζικής Ενημέρωσης, τόσο της Αθήνας όσο και της Θεσσαλονίκης. Επικοινωνήστε μαζί του στο https://www.facebook.com/AlexandrosTsiggos

Τα άρθρα γνώμης αντανακλούν τις προσωπικές απόψεις των συντακτών και δεν αποτελούν θέσεις του FreeOpinion.News