Της μάνας σου το μπουγαδοκόφινο! …πιθανώς και της θειάς σου! (γιατί το λέμε – τι σημαίνει;)

0
156

Κατ’ αρχάς στη συγκεκριμένη έκφραση οι περισσότεροι έχουμε άγνωστη λέξη!

Τι είναι αυτό που μπουγαδοκόφινο που συνδέσαμε τόσο στενά με τη μάνα ή τη θεια μας και ενίοτε ενέχει και υποψία βρισιάς;

Το μπουγαδοκόφινο  είναι σύνθετη λέξη (μπουγάδα+κοφίνι). Και για όσους δεν γνωρίζουν την έννοια κοφίνι, να αναφέρουμε απλώς πως είναι μεσαιωνική ελληνική λέξη και σημαίνει καλάθι.

Το μπουγαδοκόφινο λοιπόν ήταν (και λέμε ήταν γιατί η χρήση των πλαστικών τα εξαφάνισε) ελαφράς κατασκευής κοφίνι, αντοχής μέχρι 20 κιλών για οικιακή χρήση, στο οποίο συγκεντρώνονταν τα προς πλύση ρούχα, στη συνέχεια μεταφέρονταν για άπλωμα, στέγνωμα και ακολούθως για σιδέρωμα.

Το καίριο ερώτημα επομένως είναι τι ακριβώς εννοούσε ο εμπνευστής της έκφρασης όταν έλεγε «Της μάνας σου ή της θειας σου το μπουγαδοκόφινο» (ο τόνος στη θειά ΑΥΣΤΗΡΑ στη λήγουσα) .

Γιατί αν κυριολεκτούσε, αφήνουμε την έκφραση στην άκρη και πάμε γι’ άλλες…

Αν όμως ο άνθρωπος ήταν λίγο σουρεάλ; Αν έβλεπε κάτι παραπάνω σ’ ένα απλό μπουγαδοκόφινο από άπλυτα ή φρεσκοπλυμένα ρούχα, μάλλον η φράση θέλει περισσότερη ανάλυση και πολλή πολλή φαντασία.

Για σκεφτείτε λίγο λοιπόν μήπως ο εμπνευστής της έκφρασης έβλεπε στο μπουγαδοκόφινο ένα συγκεκριμένο ανατομικό σημείο της μάνας ή της θειάς (είπαμε: ο τόνος στη θειά ΑΥΣΤΗΡΑ στη λήγουσα);

Για σκεφτείτε λίγο μήπως διέβλεπε την κατάσταση που επικρατούσε ή υπέθετε πως επικρατεί στο συγκεκριμένο σημείο της ανατομίας της θείτσας (άπλυτα ρούχα, βρεγμένα, τσαλακωμένα κ.λπ.) ή αν υπονοούσε κάτι για το μέγεθος του συγκεκριμένου σημείου ή τη στάση που έπαιρνε η μανούλα ή η θείτσα όταν έβαζαν μπουγάδα;

Ας συγχαρούμε λοιπόν τον εμπνευστή για την επιτυχή μεταφορά, αφού εξωράισε τη φράση και την έκανε σαφώς κομψότερη και κοσμιότερη, και ας εκτιμήσουμε την τάση του να αποφεύγει κακόηχες και χυδαίες εκφράσεις που αντιστοιχούν στο «Της μάνας σου μπουγαδοκόφινο», όπως «της μάνας σου ο κώλος» ή «το μουνί της μάνας σου».

Στις μέρες μας η έκφραση δεν θεωρείται βρισιά. Υποδηλώνει μερικώς αγανάκτηση με κάτι επαναλαμβανόμενα εκνευριστικό. Μερικές φορές μάλιστα τη λέμε και αστειευόμενοι, όταν θέλουμε να πειράξουμε κάποιον ή όταν κάποιος κάνει αστειεύεται με εμάς και θέλουμε με χιούμορ να τον επαναφέρουμε στην τάξη.

‘Αντε… πάλι μορφωθήκαμε και σήμερα

Vps