Θεόδωρος Κολοκοτρώνης – Ανέκδοτες ιστορίες

0
173

Γράφει ο Δον Αντόνιο*

Σ’ αυτό το άρθρο δεν θα αναφερθούμε σε ιστορικές μάχες, ούτε στους διωγμούς του, ούτε σε γεγόνοτα γνωστά. Εδώ θα αναφερθούμε σε μικρές ανέκδοτες ιστορίες, πού δείχνουν πτυχές της μορφής και του χαρακτήρα του Κολοκοτρώνη.

Ένας ανιψιός του Αλή Φαρμάκη (πριν από το 1821), όταν ήταν κλεισμένοι στο πύργο του θείου του, έλεγε προς τον Κολοκοτρώνη:

-Κρίμας όπου δεν είσαι Τούρκος, μέγας αφέντης θα γινόσουν.
-Αν γένω Τούρκος θα με σουνουτέψουν;
-Βέβαια
-Εμάς όταν μας βαπτίζουν, μας κόβουν από τα μαλλιά της κεφαλής μας τρίχες και τις βάζουνε εις το εικόνισμα του Χριστού. Αν γένω Τούρκος, εις τον άλλον κόσμον θα με τραβούν ο Χριστός από τα μαλλιά και ο Μωάμεθ από την π…….α και δεν θέλω να βάλω εις παρόμοια διαφορά δύο τέτοιους προφητάδες!
(Γ. Τερτσέτης πού έγραψε και τα απομνημονεύματα του Κολοκοτρώνη)

Ευρισκόμενος στην Αθήνα, έβγαλε στα οπίσθια του ένα σπειρί. Για να μάθει πόσο μεγάλο ήτανε φώναξε ένα παλικάρι του να το δεί και αυτός του απεκρίθει ότι είναι σαν ρεβύθι. Φωνάζει έναν άλλο και τον ρωτά να του πεί κι αυτός και εκείνος του απαντά ότι είναι σαν καρύδι. Φωνάζει και έναν τρίτο και κείνος του λέει ότι είναι σαν αυγό.
Περίεργο ανεφώνισεν, από το κεφάλι μου μέχρι τον κ…..ο μου, και να μην μπορώ να μάθω την αλήθεια!

Τον Αύγουστο του 1821 στα Τρίκορφα, έξω από την Τριπολιτσά, πού την πολιορκούσαν οι Έλληνες, παρουσιάστηκε πρωί-πρωί ένας χριστιανός μισόγυμνος στον Κολοκοτρώνη και του λέει:
– Πού είναι, Καπετάνιε αυτή η άγια Λευτεριά, πού κάθε τόσο μας κοπανάτε; Θέλω να την προσκυνήσω και να δοξάσω το θεό, πού μας τη χάρισε. Ήμουνα κλεισμένος στην Τριπολιτσά κ’ εγώ, η γυναίκα μου πέθανε από λοιμική, ένα παιδί μου και δυό κορίτσια μου πέθαναν απ’ την πείνα. Εκατόν τριάντα γρόσια είχα μου τα πήρε ο Αρβανίτης για να με βοηθήση να γλυτώσω. Τέλος γλύτωσα ! Μιά καπότα μου μείνε, στο δρόμο με πιάσανε δυό παληκάρια δικά σου, μου την πήρανε κι αυτούνη ! Τώρα είμαι κι αλήθεια ελεύτερος ! Ζήτω το λοιπόν η άγια Λευτεριά. Δόξα νάχη τ’ όνομα της!
Κόκκαλο ο Κολοκοτρώνης! Βρήκε το μάστορη του. Κάτι θα μπορούσε να του πεί , μα έβλεπε ότι είχε δίκιο ο άνθρωπος.
(Πρακτικά της Βουλής, περίοδος Γ’, σύνοδος β’, τόμος 29, 1852, σελ 365)

Μιά γυναίκα κάποτε, του ζήτησε μιά χάρη:

-Αφέντη μου, τούλεγε, κάνε μου αυτό το καλό και σκλάβα σου θα γίνω!
-Σκλάβα μου! Τι λες μωρή ζουρλή! Γιά τή λευτεριά πολεμάμε και θέλεις να γίνεις σκλάβα μου!
(Voutier ανωτ σελ 266)

Το πόσο παρατηρητικός ήταν το αποδεικνύει το πιο κάτω περιστατικό, παράγγειλε σ’ έναν άνδρα του να πάει να κατασκοπεύσει το χωριό του Αη Σώστη:

-Να πάς τριγύρω και ξέμακρα, να μην σε τρώη το βόλι. Πρόσεξε στο δρόμο τα μικροπούλια, αν τα σηκώνεις και περνάν άπανω απ’ το χωριό, η κάθονται μέσα άφοβα, τότε δεν είναι Τούρκοι μέσα. Αν τα ιδής όμως να γυρίζουν πίσω φοβισμένα και να κάνουν ξαφνιασμένους γύρους, τότε είναι Τούρκοι στο χωριό!
( Φωτάκου απομνημ.1858 σ.97)

Ο γηραιός αυλάρχης Νοταράς, αναφέρει μία ανέκδοτη ιστορίαν πού του διηγήθει ο βασιλεύς Όθων, ο οποίος διερχώμενος έφιππος μπροστά από το υπό κατασκευή κτίριο του πανεπιστημίου, συνάντησε τον Κολοκοτρώνη ξαπλωμένο πάνω στη κάπα του.
Ο Κολοκοτρώνης όταν είδε τον βασιλέα σηκώθηκε, ο δε Όθωνας του είπε:

-Πώς σας φαίνεται, στρατηγέ, αυτό το μεγάλο σχολείο πού κτίζομεν;
-Να σου πω, μεγαλειότατε, μου φαίνεται ότι τούτο δω δεν έπρεπε να κτισθή κοντά είς εκείνο (και έδειξε το παλάτι), διότι φοβούμαι ότι τούτο θα φάη εκείνο.
( Εφημ. Εστία 9 Οκτωβ 1896)

Ο Κολοκοτρώνης έκανε και σύμβουλος επικρατείας του Όθωνα. Το 1838 ο υπουργός οικονομικών υπόβαλε στο συμβούλιο τον προυπολογισμό. Σηκώθηκε τότε ο Κολοκοτρώνης και ρώτησε:

-Πόσα είναι τα έξοδα;
-Δεκαπέντε εκατομμύρια, είπε ο υπουργός.
-Εγώ ξέρω, είπε ο στρατηγός, πως ο λαός πληρώνει είκοσι πέντε εκατομμύρια. Τι γίνονται τα άλλα δέκα; Καταλαβαίνετε μονάχοι τι γίνονται.
(Σ.Σωτηρόπουλου- Διατριβή περί εγγείου φορολογίας, Αθήναι, 1861, σελ 59)

Πολλά λέγονταν γιά την εμφάνιση του Κολοκοτρώνη και τον μύθο πού τον ακολουθούσε, οι περισσότεροι οπλαρχηγοί είχαν παρατσούκλια, το γέρο τον έλεγαν γύφτο, για το χρώμα του, έτσι το προσφωνεί σε ένα γράμμα του ο Οδυσσέας Ανδρούτσος, «Αδελφέ Γύφτο« του λέει, αλλά κι αυτός έχει το παρατσούκλι «Γεροχουλιάρας«, για τις πονηριές και τα τερτίπια του!
Το όνομα του Κολοκοτρώνη ήταν ξακουσμένο, ως τα βάθη της Ανατολής. Οι Τούρκοι τον περιγράφανε σαν ένα τεράστιο άνθρωπο, μ’ ένα μάτι!
(Ν.Σπηλιάδου Απομνημ. τομ. Α σ. 560)

«Τα λευκά κι’ άταχτα μαλλιά του, πέφτανε στους πλατείς ώμους του και σμίγανε με την πυκνή γενειάδα του. Τα χαρακτηριστικά του, τραχειά κι’ ανδρίκεια, τα μάτια του, γεμάτα φωτιά, ο τρόπος του ο άγριος και πολεμικός τον κάνανε να μοιάζει με τους μυτερούς εκείνους και σταχτόχρωμους βράχους πού είναι σπαρμένοι στο Αιγαίο πέλαγο. Του είπα για τους αραπάδες, πούχανε βγεί στο Μωριά. Έκαμε πως γονατίζει και ρίχνει στο σημάδι. -Ξέρω κατατόπια, πού δε θα μπορέσει ούτε η επιστήμη τους, ούτε η καβαλλαρία τους να τα πάρει. Να σου πω γιατί νικούν οι Αραπάδες; Γιατί οι Έλληνες είναι κομματιασμένοι και δεν έχουν έναν αρχηγό! Όλοι θέλουνε να προστάζουνε, χωρίς να έχουν την πείρα πού χρειάζεται σ’ αυτό.» Καθώς κίνησε το χέρι, φάνηκε μια πληγή από σπαθί. Στο αριστερό του χέρι έδειξε άλλη μιά από βόλι, κι άλλη στο στήθος και τέταρτη στο ποδάρι.
«Ενώ μιλούσε έπαιζε γλήγορα το κομπολόγι του και στρηφογύριζε τα μάτια του ζωηρά κι αγριωπά, σηκωνότανε και ξανακάθιζε μ’ εκείνη την ανησυχία του κλέφτη, πού φοβάτε μην του στήσανε καρτέρι και τοιμάζεται για πόλεμο». Αυτά λέει ένας περιηγητής πού τονέ γνώρισε.
(Emerson Tableau de la Grece, 1826 σ. 360)

Ο Κολοκοτρώνης ήταν ατρόμητος, όχι μόνο δεν φοβότανε το θάνατο, αλλά τον περιγελούσε κιόλας, αυτό φαίνεται ξεκάθαρα όταν του ανακοινώνεται στο δικαστήριο η ποινή του θανάτου:

«Όταν στο βουλευτικόν (δικαστήριον) του ανεγνώσθη η απόφασις θανάτου είπε:

-Μνήσθητι μου, Κύριε, όταν έλθης έν τη βασιλεία σου.

Το είπε με φωνήν άτρεμην, έκαμεν τον σταυρόν του και πήρε μία πρέζα ταμπάκο. Όταν έπειτα από την καταδίκην του, του εδόθη η είδησις ότι ο βασιλεύς του χαρίζει την ζωήν και μόνον τον αφίνει είκοσι χρόνους φυλακή, είπε:

-Θα γελάσω τον βασιλέα, δεν θα ζήσω τόσους!>
( Γ.Τερτσέρης)