Η χαζή γυναίκα

0
31

Κάποιος είχε μια γυναίκα που ήταν σαν τη θάλασσα. Η θάλασσα αλλάζει με κάθε φύσημα του ανέμου, αλλά ούτε μεγαλώνει ούτε μικραίνει ούτε αλλάζει χρώμα ή γεύση. Και δε μαλακώνει ούτε σκληραίνει. Όταν σταματήσει να φυσάει ο άνεμος, ξαναημερεύει και δεν έχει γίνει διαφορετική.

Κι ο άντρας έπρεπε να πάει ταξίδι. Όταν ήταν να ξεκινήσει, έδωσε στη γυναίκα ό,τι είχε και δεν είχε, το σπίτι του και το εργαστήρι του και τον κήπο γύρω απ’ το σπίτι του και όσα χρήματα είχε κερδίσει. «Ολ’ αυτά είναι δικά μου κι ανήκουν και σ’ εσένα. Να τα προσέξεις καλά». Τότε αυτή κρεμάστηκε απ’ το λαιμό του κι έκλαψε και του είπε: «Πώς θα τα βγάλω πέρα; Αφού είμαι χαζή». Αλλ’ αυτός την κοίταξε καλά και είπε: «Αν μ’ αγαπάς, θα τα καταφέρεις». Και στη συνέχεια την αποχαιρέτησε.

Τώρα που η γυναίκα έμεινε πίσω μοναχή, άρχισε να φοβάται πολύ για όλα όσα βρέθηκαν μες στ’ αδύνατα χέρια της: κατατρομοκρατήθηκε. Γι’ αυτό και στράφηκε στον αδερφό της, έναν παλιάνθρωπο – κι αυτός τη γέλασε. Έτσι, η περιουσία της όλο και λιγόστευε. Όταν το πήρε είδηση, την έπιασε μαύρη απελπισία και αποφάσισε να σταματήσει να τρώει, για να μη λιγοστέψει κι άλλο. Και τις νύχτες έμενε άγρυπνη. Έτσι αρρώστησε.

Και κειτόταν τώρα στο δωμάτιο της και δεν μπορούσε πια να φροντίζει το σπίτι. Κι αυτό άρχισε να ρημάζει, κι ο αδερφός της βρήκε ευκαιρία και πούλησε τον κήπο και το εργαστήρι χωρίς να το πει στη γυναίκα. Η γυναίκα έμενε ξαπλωμένη πάνω στα μαξιλάρια της χωρίς να λέει κουβέντα και σκεφτόταν: Αν δε λέω κουβέντα, δεν υπάρχει περίπτωση να πω καμιά χαζομάρα, κι αν δεν τρώω, η περιουσία θα σταματήσει να λιγοστεύει.

Κι έτσι ήρθαν τα πράγματα, που μια μέρα το σπίτι έπρεπε να βγει σε πλειστηριασμό. Ήρθαν γι’ αυτό πολλοί άνθρωποι απ’ όλα τα γύρω μέρη, γιατί ήταν όμορφο σπίτι. Και η γυναίκα κειτόταν στο δωμάτιο της κι άκουγε τους ανθρώπους και το σφυρί που έπεφτε. Κι οι άνθρωποι γελούσαν κι έλεγαν: «Η βροχή περνάει μέσ’ απ’ τη στέγη κι οι τοίχοι είν’ έτοιμοι να πέσουν». Και τότε αισθάνθηκε μεγάλη αδυναμία κι αποκοιμήθηκε.

Όταν ξύπνησε πάλι, κειτόταν σ’ ένα ξύλινο δωμάτιο πάνω σ’ ένα σκληρό κρεβάτι. Δεν υπήρχε παρά ένα όλο κι όλο παραθυράκι κι αυτό σε μεγάλο ύψος, κι ο κρύος αέρας διαπερνούσε τα πάντα. Και μπήκε μέσα μια γριά και της ρίχτηκε κακιασμένα και της είπε ότι το σπίτι της πουλήθηκε, αλλά τα χρέη της δεν καλύφθηκαν ακόμα όλα κι ότι θα της έδινε ένα κομμάτι ψωμί από λύπηση, αν και ο άντρας της ήταν αυτός που άξιζε λύπηση. Γιατί τώρα πια δεν του ‘χε απομείνει τίποτα.

Μόλις τ’ άκουσε αυτά η γυναίκα, τα ‘χασε και το μυαλό της πειράχτηκε λιγάκι και σηκώθηκε απ’ το κρεβάτι. Κι απ’ αυτή τη μέρα άρχισε να δουλεύει στο σπίτι και στα χωράφια. Και τριγυρνούσε με παλιόρουχα και δεν έτρωγε σχεδόν τίποτα και βέβαια ούτε κέρδιζε τίποτα, γιατί δεν απαιτούσε. Και κάποτε άκουσε ότι ο άντρας της γύρισε. Την έπιασε μεγάλος φόβος. Μπήκε τρέχοντας στο σπίτι και χτένισε τα μαλλιά της κι έψαξε να βρει μια καθαρή πουκαμίσα, αλλά δεν υπήρχε καμία. Κι έβαλε τα χέρια πάνω στα στήθη της για να τα κρύψει κι ήταν εντελώς μαραμένα. Και ξεχύθηκε έξω από ένα πίσω πορτάκι τρέχοντας στα τυφλά.

Αφού, λοιπόν, έτρεχε κάμποση ώρα, έκανε τη σκέψη ότι ήταν ο άντρας της. Είχαν ενώσει τη ζωή τους και τώρα αυτή τον εγκατέλειψε. Κι αμέσως έκανε στροφή κι έτρεξε πίσω, χωρίς να σκέφτεται πια το σπίτι και το εργαστήρι και την πουκαμίσα.

Και τον είδε από μακριά κι έτρεξε καταπάνω του και κρεμάστηκε στο λαιμό του. Ο άντρας όμως στεκόταν καταμεσής στο δρόμο κι οι άνθρωποι τον κορόιδευαν απ’ τα κατώφλια των σπιτιών τους.

Κι ήταν πολύ θυμωμένος. Είχε όμως τη γυναίκα κρεμασμένη πάνω του, κι αυτή δεν απομάκρυνε πόντο το κεφάλι απ’ το λαιμό του ούτε τα χέρια της από το σβέρκο του. Και την ένιωθε να τρέμει και νόμισε πως είναι από το φόβο της, επειδή τα ‘χασε όλα. Αλλά τελικά σήκωσε το πρόσωπο της και τον κοίταξε και είδε ότι δεν ήταν απ’ το φόβο της αλλά απ’ τη χαρά της. Χαιρόταν τόσο πολύ, που έτρεμε.

Τότε ξαναβρήκε κάπως τον εαυτό του και τρέκλισε κι αυτός και την αγκάλιασε κι αισθάνθηκε έντονα το πόσο είχε αδυνατίσει στους ώμους και τη φίλησε στο στόμα.

Μπέρτολτ Μπρεχτ – Η χαζή γυναίκα και άλλες ιστορίες

Ο Μπέρτολτ Μπρεχτ (γενν. ως Eugen Berthold Friedrich Brecht, 10 Φεβρουαρίου 1898 – 14 Αυγούστου 1956) ήταν Γερμανός δραματουργός, σκηνοθέτης και ποιητής του 20ού αιώνα. Θεωρείται ο πατέρας του «επικού θεάτρου» (Episches Theater) στη Γερμανία.