“Ο Χορός της Φωτιάς” του Άρη Μπινιάρη

0
50

.
Κείμενο-σκηνοθεσία : Άρη Μπινιάρη. Δημοτικό Θέατρο Πειραιά
” Τι απέγιναν, όσοι είχαν μέσα τους το σπέρμα της ζωής; Τι απέγιναν; Κάποιος έβαψε με αίμα την γιορτή τους”

“Οι προμελετημένες σφαγές, οι μαζικές λεηλασίες, οι βιασμοί, οι συστηματικές διώξεις, οι μεθοδικά εκτελεσμένες εκκαθαρίσεις που διέπραξε το κίνημα των Νεότουρκων στην ευρύτερη περιοχή του Ευξείνου Πόντου στις αρχές του 1900”.

Μια παράσταση σαν “μια πράξη συλλογικής ενθυμισης” κατά τα λεγόμενα του σκηνοθέτη.

Ο Άρης Μπινιάρης και πάλι, βουτά στην ιστορία για να ανασύρει συνδετικούς κρίκους με το σήμερα, να μιλήσει για θέματα “ταυτότητας, καταβολών, αρχετύπων και σχέσεων αναφορικά με τα δίπολα νίκη/ήττα, ματαίωση/επιστροφή, θάνατος /αναγέννηση”.

Να μιλήσει “για τον πολιτισμό των Ποντίων, που επιβίωσε αλώβητος επί πολλούς αιώνες στα ίδια εδάφη, μέχρι την γενοκτονία που υπέστη και τη Μικρασιατικη καταστροφή”.

Με Χρήστο Λουλη, κυρίαρχο πάνω στη σκηνή και αντάξια Ιωάννα Παππά. Με μια ομάδα ηθοποιών (5 γυναίκες, 4 άνδρες) με πολύ ωραία δραματική κίνηση, από όλους, που υπηρετεί το κείμενο και την υπόθεση.

Με ανατολίτικους ήχους χρησιμοποιώντας ομως… δυτικά όργανα (βιολί, κρουστά, τσέλο) από ζωντανή εκτέλεση από 3 μουσικούς, απίστευτα κατάλληλη να συνοδεύσει και ακόμα περισσότερο να συνδιαλλαγεί με την ερμηνεία των συντελεστών, με όλο το δημιούργημα .
Εμφανές και εδώ, ότι ο λόγος των πρωταγωνιστών με δύναμη, ένταση να θυμίζει τη ροκ ερμηνεία από το συγκρότημα Τρύπες του Γιάννη Αγγελακα!!!!
Σαν αρχαίος χορός οι πρωταγωνιστές, με ποιητικό, συμβολικό χαρακτήρα καταφέρνουν να αποδώσουν όλη τη δραματουργία των διώξεων και τη γενοκτονία.
Δεν αναφέρονται ούτε Πόντος, ούτε Τούρκοι, ούτε ημερομηνίες, ούτε ιστορικά γεγονότα.
Στη πραγματικότητα όμως είναι όλα εκεί:
με κείμενα που αναφέρονται στο κίνημα των Νεότουρκων, με τον “Λύκο” να κυριαρχεί σε βίντεο – προβολή στο τοίχο του σκηνικού, (παραπέμποντας στους Γκρίζους Λύκους), με δύο ηθοποιούς ντυμένους λύκους να σφαγιάζουν άνδρες και γυναίκες, με τη παρουσία από την αρχή της παράστασης μιας διακριτικής υπέροχης κινησιολογίας να παραπέμπει σε ποντιακό χορό, με την προσθήκη ηχογραφημένης ποντιακής λύρας προς το τέλος του εργου όταν πια ο διωγμένος λαός παίρνει την τύχη του στα χέρια του:
” Να αναταράξουμε τα ραγισμένα σώματα μας. Να τα ανασηκώσουμε. Σε έναν αρχέγονο χορό. Με τα μάτια στεγνά και τα χέρια σφιχτά πιασμένα. Να βγούμε από τα ερείπια. Αιματοβαμμένοι αλλά ελεύθεροι”.

Για να συνοδέψουν όλοι στο τέλος την λύρα με χορό ποντιακό κρατημένο από τα χέρια σε κύκλο.

Καταφέρνει ο Μπινιαρης χωρίς φλυαρία να σου μιλάει πεντακάθαρα για ζητήματα εμβληματικά, για γεγονότα ιστορικά της συλλογικής μνήμης (ακριβώς το ίδιο έκανε και στο Ύψωμα 731),χωρις άμεσες αναφορές σαν να σε βάζει σε διάλογο με τον τρόπο του, σαν να σε κάνει να συμπληρώσεις τα κομμάτια του “παζλ” που σου παραδίδει ώστε να γίνεις μέτοχος.

Επειδή όμως η παράσταση (οι παραστάσεις του) δεν είναι εύπεπτη (όλο το δράμα, όλο το αίμα, όλη η βία, αλλά και όλη η αναγέννηση), είναι μπροστά στο βλέμμα σου αλλά και στα χέρια σου, αναγκάζεσαι πρώτα να πάψεις να είσαι απλός θεατής, πρέπει πρώτα να γίνεις συμπάσχων, μετά να συμμετέχεις στην “ανάταση” και ετσι να βρεθείς ουσιαστικός κοινωνός ενός έργου χωρίς να το καταλάβεις!!!
Κοστούμια που από τη μια μεριά παρέπεμπαν σε ανατολίτικη παράδοση, και από την άλλη σε νεωτεριστικό πιο μοντέρνο υφος.
Πολύ όμορφα χρώματα. Με επιπλέον μακρυά υφάσματα που έδεναν, έλυναν, συνεδεαν τους συντελεστές ανάλογα με τη δραματουργία του έργου. Απλό σκηνικό που κυριαρχούσαν είτε αφαιρετικά τοπία (οι εξοντωτικές διαδρομές που υπέβαλαν οι Νεότουρκοι τους Πόντιους), είτε απειλητικές μορφές και σχεδιασμοί. Τέλος λειτουργικοί φωτισμοί για τη πλοκή του έργου!

* Χωρίς υπερβολή, ακόμα και το πρόγραμμα της παράστασης (το ίδιο και στο Ύψωμα 731) δεν σου…κάνει τη χάρη να σου αναδείξει αμέσως το περιεχόμενό του. Σε ξεγελάει ασπρόμαυρο, χωρίς πολλές σελίδες πρέπει να το ψάξεις για να δεις πόσο ολοκληρωμένο, σε στοιχεία ιστορικά, σε κείμενα ουσιαστικά, σε πολύ ενδιαφέρουσα επεξεργασία των φωτογραφιών από τη παράσταση, με μια τεχνική αφαίρεσης που παραπέμπει σε κόμικ, με μείξη ρεαλιστική φωτογραφίας.