Πολυτεχνείο: Ζει

0
268

Γράφει ο Αλέξανδρος Τσίγγος*

Ήταν το στήθος του πλατύ
και η καρδιά μεγάλη
είχε το βλέμμα του ευθύ,
τα χέρια φτιαγμένα ήτανε για πάλη.

Στο πέταμα, είχε του αετού,
λεβέντικη του ήταν η φτιαξιά,
η λευτεριά πως σμίλευε το νου,
στου κούρου την κορμοστασιά.

Είχε το δίκιο μέσα φωλιασμένο,
φωτιά συνέχεια να τον εκαίει
και στην ψυχή ανδρειωμένο,
το θάρρος, την οργή, να πνέει.

Μισούσε κάγκελα και περιφράξεις,
κάθε που σκλάβο τον κρατούσε,
πουλιών το γέλιο του, για να πετάξεις,
του αδελφού του ο πόνος τον πονούσε.

Σε ασέληνης της νύχτας όψη,
εστάθει να φωνάξει δυνατά,
σε γνωρίζω από την κόψη,
Χαίρε ω χαίρε λευτεριά.

Αρκούσε ένας για να πέσει,
και ήταν αυτό το παλικάρι,
σα να τον ζήλευε η ζωή κι η ζέση,
στο μαύρο μετρήθηκε καντάρι.

Πατήσανε όλοι αυτό το χώμα,
η σιωπή δεν είχε πια μαρτύρους,
νεκρό σαν έπεσε το σώμα,
στον χάρο έπαιξαν τους κλήρους.

Παίξαν τα ρέστα οι σωσμένοι,
αγύρτικα με μέσον και πλουτήσαν,
στης μνήμης μνημόσυνα ταγμένοι,
που αχρείοι μάστορες βλογήσαν.

Μα του παιδιού χτυπάει ακόμα,
μέσα στο χώμα η καρδιά,
δίνει σφυγμό αυτό το σώμα,
νεκρό κι αν είναι, στα παιδιά.

Από τις ημέρες του Πολυτεχνείου, κανείς δε μπορεί να αμφισβητήσει την παλικαριά και το θάρρος των παιδιών, των φοιτητών, των μαθητών, των εργατών, των αστών που συμμετείχαν.

Κανείς δε μπορεί να αμφισβητήσει ότι αποτελεί μια κορυφαία στιγμή στον αγώνα και την ανάγκη για Δημοκρατία.

Κανείς δε μπορεί να αμφισβητήσει ότι είχε νεκρούς και ότι ήταν μια παλλαϊκή εξέγερση.

Κανείς δε μπορεί να αμφισβητήσει, τον υποτονικό αγώνα του Ελληνικού λαού ενάντια στην δικτατορία.

Κανείς δεν μπορεί να αμφισβητήσει ότι τον αντιδικτατορικό αγώνα τον έδωσαν στην πραγματικότητα πολύ λίγοι.

Κανείς δε μπορεί να αμφισβητήσει ότι έδρεψαν δάφνες, δόξα, πλούτο, θέσεις, καρέκλες, υποκείμενα ανάξια και υποκείμενα έμμισθα, είτε πλουσίων, είτε μυστικών υπηρεσιών, είτε απλός κοινωνικός κατιμάς.

Κανείς δεν μπορεί να αμφισβητήσει, ότι όσοι έμειναν στον αφρό ήταν κύρια φελλοί, αργυρώνητοι, καιροσκόποι, λαμόγια και χαμηλής συνείδησης και ευθύνης.

Κανείς δεν μπορεί να αμφισβητήσει ότι η ημέρα μνήμης του αποτέλεσε δεκαετίες εργαλείο χειραγώγησης, εκμετάλλευσης, αποπροσανατολισμού, χυδαιότητας και αφυδάτωσης του από την πραγματική του και την ιστορική του αξία.

Κανείς δε μπορεί να αμφισβητήσει ότι η ευθύνη όλων όσων έγιναν μετά από αυτό είναι μια συνολική μας ιστορική ευθύνη.

Κανείς δε μπορεί να αμφισβητήσει ότι έπαψε να μας δονεί η ποίηση, η Την Ρωμιοσύνη μη την κλαίς, τα τραγούδια που αναστέναζαν μέσα μας και προκαλούσαν την συγκίνηση, των κοινών αγώνων μεταξύ των κοινών αγνώστων και τραβήξαν τα συνθήματα και τα νοήματα τους το δρόμο της απαξίωσης.

Κανείς δεν μπορεί να αμφισβητήσει πως χρεοκοπήσαμε σαν Δημοκρατία, το ψέμα κυριαρχεί όπως και η εξαπάτηση, πως σταθήκαμε λίγοι στο ύψος των περιστάσεων, πως παραμένουμε έτσι και σήμερα.

Η μελωδία της μονοτονίας, του γκρί, της απάθειας, κυριαρχούν, διαποτίζουν, αποπροσανατολίζουν και βουρκώνουν τα βήματα μας μέρα με την ημέρα.

Ελπίζω, γιατί μπορεί να είμαι αθεράπευτα ρομαντικός, ότι ισχύει στο τέλος, πως γελά καλύτερα εκείνος που γελάει τελευταίος.

Ελπίζω πως κάποια μέρα, κάποιο χαστούκι θα σκάσει τόσο ηχηρά στο μάγουλό μας που θα μας ξυπνήσει τόσο πολύ, που οι κλέφτες, οι ψεύτες, οι αργυρώνητοι, οι κάτω του μετρίου, οι πολιτικοί εγκληματίες, οι κοινωνικοί και οικονομικοί δολοφόνοι, ότι φτιάξαμε από τα σπλάχνα μας και ότι φυτεύτηκε από τους εχθρούς μας, θα μείνουν γυμνοί και άθαφτοι όπως τους αξίζει, όπως το ορίζει η αρχαία Ελληνική σκέψη για κάθε επίβουλο, πατριδοκάπηλο και προδότη.

Μια μέρα να φανεί το πόσο ανόητο είναι, οι τόσο κοινοί κι από τα πάνω διαχωρισμοί, δεξιός και αριστερός, μόνο κακό μας κάνει.

*Ο Αλέξανδρος Τσίγγος είναι ραδιοφωνικός και τηλεοπτικός παραγωγός, σε Μέσα Μαζικής Ενημέρωσης, τόσο της Αθήνας όσο και της Θεσσαλονίκης. Επικοινωνήστε μαζί του στο https://www.facebook.com/AlexandrosTsiggos