«Η Ευρώπη άλλο δεν θέλει παρά ειρήνη και ησυχία.
Γη γαλήνη της πώς σκιάζεις μ’ όνειρα για ελευθερία;
Σαν ξεσηκωθείς Ελλάδα, μάχες δίνεις μοναχή
Τι του Τούρκου το ντιβάνι, «θρόνο» η Ευρώπη το καλεί

(Βίλχελμ Μύλλερ: «Η Ελλάδα ελπίζει»)


Γράφει ο Ανδρέας Μακρίδης*

Ο Ανδρέας Μαρκίδης είναι δημοσιογράφος

Όταν ο Αλέξανδρος Υψηλάντης διαβαίνει τον Προύθο, όταν δηλαδή ξεσπά η Ελληνική Επανάσταση, οι εξεγερμένοι δεν βρίσκουνε συμμάχους. Η Ρωσία καταδικάζει την Επανάσταση, αν και την είχε υποβοηθήσει. Μια μαύρη σκιά σκεπάζει την Ευρώπη και απειλεί να τιμωρήσει όποιον την αμφισβητήσει. Είναι η Ιερά Συμμαχία του Μέτερνιχ, του Κάσελρη και των επανορθωμένων Βουρβόνων. Λίγους μονάχα μήνες πριν, οι Αυστριακοί είχαν• κατορθώσει να ταπεινώσουν τους Ιταλούς Καρμπονάρους, βυθίζοντας στο πένθος κάθε φιλελεύθερη συνείδηση. Ένας μονάχος Καποδίστριας, πασχίζει – και τελικά το κατορθώνει – να αποτρέψει τη στρατιωτική επέμβαση των δυτικών μοναρχιών ενάντια στην εξεγερμένη Ελλάδα.

Είναι η εποχή της απελπισίας, “The Age of Despair”, η εποχή της φίμωσης της κάθε φιλελεύθερης φωνής. Ούτε η νίκη του Σταυρού ενάντια στην Ημισέληνο δεν συγκινεί τους Επικυρίαρχους. Αυτό που δεν θα βρουν στα ανακτοβούλια της Ευρώπης ωστόσο, οι επαναστάτες θα το συναντήσουν στα σπλάχνα των εθνών: Από τα σαλόνια της αριστοκρατίας, μέχρι τις έδρες των πανεπιστημίων κι από τα εργοτάξια έως τους άμβωνες των εκκλησιών, μία μεγάλη αγκαλιά ολοένα και δυνάμωνε για να αμφισβητήσει το δίκαιο του Ισχυρού, την αλαζονεία του Ηγεμόνα, τη νομιμότητα του Δυνάστη.
Άνθρωποι που γνώριζαν την Ελλάδα μονάχα από τα σχολικά τους βιβλία, ή τις εκδόσεις των αρχαίων κλασικών’, βλέπουν ξανά το φως της Ελευθερίας να γλυκοχαράζει απ’ την Ανατολή- και οι Έλληνες αναθαρρούν. Οι φιλελεύθεροι και οι ριζοσπάστες των ευρωπαϊκών εθνών ωστόσο, γνωρίζουν πως ο δρόμος θα είναι μακρύς, και πως οι επαναστάτες χρειάζονται έμπρακτη συμπαράσταση και όχι δηλώσεις.

«Συμπάθεια θα σου δείξουνε, δεήσεις, προσευχές Το μέρος σου θα πάρουνε, θα δώσουν συμβουλές Ελπίζεις περισσότερο; Τη λευτεριά μη χύσεις Με ελπίδες για θεμέλιο, κι όσα κτιστούν γκρεμίσεις…»

Η Γερμανία, η πατρίδα του Ρομαντισμού, θα γεννήσει το μεγαλύτερο φιλελληνικό κίνημα στην Ευρώπη. Αν κι η Αγγλία γέννησε τον Μπάυρον, ο ποιητής πέθανε στην Ελλάδα αυτοεξόριστος, με τη βρετανική κοινωνία να παρακολουθεί τη ζωή του με το φρύδι σηκωμένο απ’ τις κουτσομπολίστικες στήλες των εφημερίδων. Ο Γερμανός Βύρων, ονομάζεται Βίλχελμ Μύλλερ. Είναι ο Γερμανός βάρδος του ’21, τα ποιήματα του οποίου θα ξεσηκώσουν ολόκληρη τη Γερμανία. Θα τον ονομάσουν «Έλληνα Μύλλερ» και δεν θα λαθένουν: Γιατί ο νεαρός απ’ το Ντασσάου, τραγουδώντας για την Ελλάδα, τραγουδούσε ταυτoχρόνως για την ελεύθερη Γερμανία που παρακολουθεί με ενθουσιασμό τις εξελίξεις της ελληνικής Επανάστασης από την πρώτη της ώρα.

Αλυχτάνε οι Φαρισαίοι και τα έθνη φοβερίζουν Σκονισμένοι ηγεμόνες τα ιμάτιά τους σκίζουν «Αποκλείστε τα λιμάνια.’»- επιβάλτε καραντίνα! Σύνορα κι ακτές σφραγίστε από πλοία και καΐκια!

Μολυσμένοι ίσως λογιέστε και το έχει αποφασίσει Του Θεού το δίκαιο χέρι ανταρσίες να αφανίσει

Λένε ότι η ελευθερία με πανούκλα μολυσμένη Εξαπλώνεται στη Δύση και η Νιότη αρρωσταίνει.

Ω! Προσέξτε μην στη γη σας ο ιός της ξεγλιστρήσει Και της υγιούς σας χώρας την καρδιά την προσεγγίσει! Διαρκώς μεταμορφώνεται όψεις χίλιες αλλάζει Θηλυκές, παιδιού ή άνδρα – ή ρυτίδες πάλι βγάζει. Όποιος από την Ελλάδα πλησιάσει, αγρυπνείτε! Λευτεριάς αρρώστια φέρνει και η γη σας απειλείται!

(«Η μολυσμένη Ελευθερία»)

Η Αστυνομία του Μέτερνιχ παρακολουθεί τους πάντες για να διασφαλίσει τα συμφέροντα του Αυστροουγγρικού θρόνου. Οι άνθρωποί της, δεν κυνηγούν μονάχα ανθρώπους, αλλά και ποιήματα. Ο κατάλογος με τις απαγορεύσεις της Αστυνομίας, περιλαμβάνει έργα του Μύλλερ, όπως το ποίημα «Η Ελλάδα ελπίζει». Οι απαγορεύσεις ωστόσο, αδυνατούν να σφραγίσουν τις εισόδους της χώρας στον «ιό της μολυσμένης λευτεριάς». Φορείς του είναι οι Έλληνες φοιτητές που εγκαταλείπουν τις σπουδές τους για να στρατευτούνε στον ωραίο Αγώνα, αφήνοντας στο κατόπι τους, μνήμες ηρώων. Είναι η γερμανική νεολαία, που σπεύδει να δηλώσει συμμετοχή και επιθυμία να οπλιστεί « με βόλια και με μπαρούτι» πλάι στους Έλληνες. Είναι η άτυχη Γερμανική Λεγεώνα που θερίστηκε- αλίμονο- απ’ την πείνα και τις κακουχίες στην Ελλάδα, ανίκανη να αντιμετωπίσει με τα όπλα της έναν εχθρό αόρατο. Είναι οι γενναίοι νεκροί του Τάγματος των Φιλελλήνων που άφησαν την τελευταία τους πνοή στη Μάχη του Πέτα, όταν στρατεύματα ελληνικά εγκατέλειψαν το πεδίο της Τιμής, σε μια απ’ τις πλέον μαύρες σελίδες της Ιστορίας μας. Ο επικεφαλής του Τάγματος, στρατηγός Φον Νόρμαν θα επιζήσει για λίγες μέρες μετά τη μάχη, για να πεθάνει από τη θλίψη και την ντροπή του. Είναι η ώρα που αρκετοί ξένοι φιλέλληνες θα επιστρέψουν στις χώρες τους κατηγορώντας τους Έλληνες για τις κακουχίες τους, για την εχθρότητα που τους επεφύλασσαν, την ανοργανωσιά και την πολιτισμική τους καθυστέρηση. Ο Μύλλερ, με τις ποιητικές του προσπάθειες, μάχεται στο δικό του μετερίζι, ακυρώνοντας τον δυσμενή αντίκτυπο…

…Έλληνες ένας προς δέκα, κείνται σαν σε θερισμό
Στον Καρπενησιού τον κάμπο ένα πένθιμο πρωινό Μάρκο Μπότσαρη Σουλιώτη, εκεί βρέθηκες κι εσύ Σε γνώρισαν απ την κόψη κι από την μαρμαρυγή Του σπαθιού σου που αίμα στάζει, που στα στήθη ψηλαφείς

Όρμησες καθώς προ είπες, στον εχθρό, να αναπαυθείς.
Γης Τιμής ω Μεσολόγγι, άνοιξε απ’ άκρου εις άκρο Τις ψηλές τις Πύλες δώμα του χαρμόσυνου θανάτου Τους βωμούς σου άνοιξέ μας νεκροκρέβατο να γένουν Του γενναίου στους γενναίους, ιερό να παραμένουν.
Στης Τιμής το Βράχο Κόμη Νόρμαν γείρε το κεφάλι Ώσπου η σάλπιγγα του αγγέλου τους νεκρούς καλέσει πάλι.

(«Μάρκος Μπότσαρης»)

Στις σελίδες των «Ασμάτων των Ελλήνων» το παρελθόν σμίγει με το παρόν, το σκοτάδι διαδέχεται η αυγή, και την απελπισία η ελπίδα. Ο Μύλλερ καλεί τους Έλληνες να «κρατήσουν γερά», καλεί τους Ευρωπαίους συναγωνιστές του να κρατήσουνε κι εκείνοι άσβεστη τη φλόγα της αλληλεγγύης…

Ο Αλέξανδρος- στον πύργο του Μουνκάτς- ο Υψηλάντης

Καθώς θύελλα μανιάζει στου παράθυρου τη φράξη
Μαύρα σύννεφα τα αστέρια, το φεγγάρι έχουν κρύψει
Και ο πρίγκιπας στενάζει που τον έχουν φυλακίσει!
Στη μεσημβρινή γραμμή στέκει αυτός καθηλωμένος:
Στης πατρίδας μου το χολ μα κάλιο να ’μουνα θαμμένος!
Το παράθυρο ανοίγει, αντικρίζει έρημη γη
Χαμηλά πετούν κοράκια και στα βράχια αετοί
Πάλι αρχίζει να στενάζει, κι ούτε μήνυμα κανένα Από την πατρογενέθλια χώρα. Βλέφαρα αποσταμένα
Απ’ τα δάκρυα; Απ’τη ζάλη; το κεφάλι του βαραίνει
Φως το πρόσωπο ημερεύει στην Ελλάδα ταξιδεύει.
Βλέπει, στέκεται μπροστά του, ξαφνικά απλός οπλίτης
Με χαρά καθησύχαζα την ψυχή στην έκπληξή της.
«Ω Αλέξανδρε Υψηλάντη, χαιρετά) σε, πάρε θάρρος!
Στις στενές τις πύλες όπου αίμα Ελλήνων γένη τάφρος
Κει που στάχτη από τριακόσιους Σπαρτιάτες απίθωσαν λεύτεροι Έλληνες βαρβάρους σήμερα κατατρόπωσαν.
Για να σου το διαμηνύσω ήρθα εγώ αυτή την ώρα Λεύτερη
θε να ‘ναι πάλι, Υψηλάντη, η άγια χώρα!».
Και ο πρίγκιπας ξυπνώντας ανακράζει:
«Ο Λεωνίδας!» Και τα μάγουλά του βρέχουν δάκρυα χαράς κι ελπίδας Χρυσαητός πετά πιο πάνω, κυκλοφέρνοντας βουίζει
Και στο φέγγος της σελήνης τις φτερούγες του ζυγίζει.

(«Ο Αλέξανδρος Υψηλάντης στο Μούνκατς»)

Ο Βίλχελμ Μύλλερ δεν έζησε να δει την αγαπημένη του Ελλάδα ελεύθερη. Πέθανε νέος κι αυτός, σε ηλικία 33 χρονών, έχοντας αφήσει ωστόσο πίσω του μια αξιοθαύμαστη ποιητική παρακαταθήκη, περίοπτο τμήμα της οποίας στέκουνε τα φιλελληνικά του ποιήματα και οι μεταφράσεις ελληνικών δημοτικών τραγουδιών από τη συλλογή του Κλωντ Φωριέλ.
Οι φίλοι της μουσικής, ακούνε ακόμη τα «χειμωνιάτικα» τραγούδια του Μύλλερ. τα περίφημα Winterreise σε μουσική του Φρανς Σούμπερτ.
Άνθρωποι σαν τον Μύλλερ, την ποιήτρια Μπετίνα Φον Αρνεμ τη φίλη του Γκαίτε, την επαναστάτρια Γιοχάνα Κίνκελ, συνθέτη του «Ύμνου στο θάνατο του Μάρκου Μπότσαρη» και τόσοι άλλοι ρομαντικοί, φίλοι της Ελλάδας και της Ελευθερίας, μοιάζουν σαν να ‘ρχονται από κάποιαν άλλη εποχή. Η παρουσία τους ωστόσο αποδεικνύει ότι τα έθνη δεν είν’ ποτέ ενιαία- και ότι πλάι στους Μέτερνιχ και τους χρηματοδότες τους, υπάρχουν πάντα οι μολυσμένοι απ’ τον «ιό της ελευθερίας», την αρρώστια που δεν γνωρίζει σύνορα και εποχές.
Κάθε 19 Απριλίου, τιμούμε τη μνήμη τους, Έλληνα, μην τους ξεχνάς!

Ανδρέας Μακρίδης

Σημείωση: Οι μεταφράσεις των ποιημάτων έγιναν από τον συντάκτη τον άρθρου, με τη βοήθεια του Ηλία Σκουρλή


*Ο Ανδρέας Μακρίδης είναι δημοσιογράφος