No nos olvidamos Daniela Carrasco

0
220

Γράφει ο Αλέξανδρος Τσίγγος*

Βουβά τα πρόσωπα.
Σε αγαπώ λες,
σε μισώ ακούω.
Σε αγαπάω σου λέω, έτσι μη συνηρημένο να αποκτήσει διάρκεια στο χρόνο.
Γιατί με μισείς; με ρωτάς.
Και τα μάτια σου δε φανερώνουν έκπληξη.
Δεν ανοίγουν πια διάπλατα!
Δεν ανοίγει πια κανένας μυστικός μαγικός κόσμος από το πέρασμα της άγνοιας στην γνώση.
Τα ζαχαρωτά στις βιτρίνες στερήθηκαν το αποτύπωμα του χνώτου.
Τις ζουλιγμένες παιδικές μυτούλες.
Έμαθαν να ζουν κι αυτά χωρίς την λαχτάρα
Πεθαίνουν οι άνθρωποι χωρίς απορία.
Γιατί; Γιατί μια μέρα όλα πεθαίνουν
Πως γίναμε τόσο οικείοι με το ψυχρό;
Πεθαίνουν και οι λέξεις μέσα στην εγκατάλειψη.
Η εικόνα είναι η πιο πλούσια λέξη της εποχής μας
Είναι η βασίλισσα, η κορωνίδα!
Άψυχη στο άγγιγμα.
Άφθαρτη στο χρόνο.
Σα τα φτιασιδωμένα πρόσωπα που παραφούσκωσαν από την σιλικόνη.
Σα τις υποσχέσεις που χαραχτήκαν σε ένα δένδρο. Αφθαρτες!
Το δένδρο μεγάλωσε, η υπόσχεση επίσης επάνω του.
Μα νεκρή!
Μεγαλώνει νεκρή από τα χέρια που την αποτύπωσαν.
Τα χέρια έμειναν μετέωρα!
Σα μια κίνηση που ακυρώθηκε στο τίναγμα της έναρξης της.
Μια κίνηση οικειότητας και χαράς που εγκαταλείφθηκε στην γένεση της .
Ένας χαιρετισμός που δεν τον πρόλαβε να τον βάλει ο ρυθμός της ζωής μέσα του.
Έμεινε έξω από το κάδρο, σα κομπάρσος!
Εκείνος που θα ήταν ο πρωταγωνιστής.
Κόπηκε σα περιττή σκηνή.
Θα κατακτήσουμε τον κόσμο με τις πέρλες και τα καθρεφτάκια.
Στα ξύλινα παγκάκια των ποντοπόρων πλοίων.
Τα ξύλινα σπαθιά των μικρών παιδιών.
Τα μήλα και οι πέτρες που πάγωσαν στον χρόνο εκεί στις αλάνες και τα πάρκα.
Έμειναν κι αυτά βουβά.
Και οι πέτρες των μύλων ατραξιόν τουριστική.
Δουλτσινέα δεν εμπνέεις στοχασμό.
Δεν εμπνέεις ηρωισμό.
Θυμάμαι που χάραξαν δυό παιδιά δυό καρδιές στο παγκάκι.
Και στα παγκάκια οι καρδιές έμειναν κι αυτές μόνες.
Όση κόκκινη μπογιά να περάσει ο Δήμος να τις κάνει παρέα.
Κάθε χρόνο ο κύριος επιθεωρητής θα περάσει, για να διαπιστώσει αν η συντήρηση έγινε σωστά.
Μένουν εκεί, μέχρι να ξηλωθούν η λωρίδες από ξύλο, να αντικατασταθούν.
Από την φθορά που προκάλεσαν οι πλάτες των εξαθλιωμένων της ζωής.
Των εξαθλιωμένων γενναίων του Μπαρκαλεόνε και του έρωτα.
Εκείνων οι πλάτες που έκαναν το οριζόντιο δοκάρι στέγη τους.
Εκείνων που αντάλλαξαν ένα φιλί στα σκοτεινά,
γεμάτο με όλο το κλεμμένο πάθος του κόσμου.
Σα να κατέβηκε το ίδιο το φεγγάρι και χώθηκε μέσα στα στόματα τους.
Το φιλί που έμεινε να ξεχαστεί, το φεγγάρι που κρύφτηκε στα σύννεφα του χρόνου.
Το νέο σχέδιο ανάπλασης των πάρκων δε τα περιλαμβάνει.
Το χώμα θάφτηκε κάτω από το φρέσκο τσιμέντο.
Οι Άνθρωποι θάφτηκαν κάτω από το γερασμένο τσιμέντο.
Δεν είχαν καν την ευκαιρία αυτής της οσμής που το γέννησε.
Μια μεταλλική ανάμιξη πέτρας, χώματος, νερού στο ταμπούρλο που γυρνά
Ένα ταμπούρλο με μονότονη μελωδία.
Την μελωδία της αντιπαροχής.

Οι λόφοι μέσα στην ζωή από τον ήχο της μουσικής
Από τραγούδια που τραγουδούνται χιλιάδες χρόνια
Οι λόφοι γεμίζουν την καρδιά με τον ήχο της μελωδίας
Η καρδιά μου θέλει να τραγουδήσει ότι μελωδία ακούσει.

Είναι χρόνια τώρα που οι λόφοι των οριζόντων μας ίσιωσαν.
Αναβοσβήνουν οι ταμπέλες με το κόκκινο νέον επάνω τους.
Ξαφνικά σβήνουν και με αυτές και η μνήμη σου.
Τότε ακούς την βροχή που κατεβαίνει ορμητικά.
Εκνευριστικά θα ακούσεις το νερό της να χτυπάει στην ξεχασμένη λαμαρίνα.
Ξεχαρβαλωμένη μαζί με το λούκι παραδέρνουν στον αέρα.
Σα πολεμιστές που ξεκουρδίστηκαν σε μια αυτιστική επαναλαμβανόμενη ίδια κίνηση.
Ο έρωτας παγιδευμένος στο μέταλλο τους να σκουριάζει.
Το εργοστάσιο δε σφυρίζει πια εδώ και χρόνια.
Η καμινάδα του μένει σιωπηλή χωρίς καπνό.
Οι νευρωτικοί οργασμοί με τα λουριά των μηχανών.
Τα γρανάζια των εραστών, εγκοπές που ματώνουν
Έγιναν όλα απαλά.
Ένα άγγιγμα αφής που ανοίγει τους επίπεδους κόσμους.
Μια αφή που δεν αφήνεται να ζήσει πέρα από λίγα εκατοστά οθόνης.
Τόσο και το μήκος από τα όνειρα του ανθρώπου.
Στην άκρη των δακτύλων μετακόμισαν από τα φύλλα της καρδιάς.
Τα όνειρα που επαφίονταν στον πατριωτισμό των νευρικών εραστών.
Μα έτσι, δε μπορείς να χώσεις το χέρι σου στο βάθος.
Μόνο σε ένα μικρό πλάτος.
Κάτω από την επιφάνεια του νερού να το χώσεις, να φτάσει στο πετρώδη ανάγλυφο βυθό του.
Να μετρήσεις τις πέτρες και ανάμεσα τους να γλιστρήσουν τα δάκτυλα ψηλαφώντας την αλήθεια.
Στις λείες επιφάνειες δε ματώνουν τα δάκτυλα.
Ματώνουν τα κενά μάτια μας, από τον πόνο του να χάσκουν ορθάνοιχτα χωρίς να κοιτάζουν.
Στου Καύκασου τους βράχους να με δέσουν το βρίσκω άδικο.
Δεν δίνω το συκώτι μου για μια τέτοια γενιά ανθρώπων.
Αφήστε με το χαμένο παράδεισο των ονείρων μου, που το φως, η τέχνη και η σοφία κυριαρχούν.
Ας ησυχάσει η πλάση στο σκοτάδι της.
Στο φιλί που έσβησε. Στις χαραγμένες καρδιές που γίνανε έπιπλό.
Στο φεγγάρι που χάθηκε στα φλογισμένα λαρύγγια τους.
Ευτυχώς που υπάρχεις κι εσύ.
Με κρατάς ακόμα ζωντανό.

Daniela Carrasco. Συνελήφθη από την αστυνομία της Χιλής στις 19 Οκτωβρίου. Βρέθηκε κρεμασμένη σε ένα δένδρο σε κάποιο πάρκο στις 20 Οκτωβρίου.

*Ο Αλέξανδρος Τσίγγος είναι ραδιοφωνικός και τηλεοπτικός παραγωγός, σε Μέσα Μαζικής Ενημέρωσης, τόσο της Αθήνας όσο και της Θεσσαλονίκης. Επικοινωνήστε μαζί του στο https://www.facebook.com/AlexandrosTsiggos

Τα άρθρα γνώμης αντανακλούν τις προσωπικές απόψεις των συντακτών και δεν αποτελούν θέσεις του FreeOpinion.News