Καραησκάκις* περί δικαίω

0
106

Γράφει ο Δον Αντόνιο*

Ο Καραϊσκάκης όπως είπαμε σε προηγούμενο άρθρο, ήταν αθυρόστομος και σκληρός απέναντι στους δειλούς, δεν συνέβαινε όμως το ίδιο και με τους ανδριωμένους, μπορούσε να ανεχτεί καταστάσεις πού κανένας άλλος στρατηγός δεν θα ανεχόταν.

Ένα περιστατικό πού συνέβη στις αρχές του 1827 στο Κερατσίνι και το εξιστορεί ο βουλευτής Χατζίσκος: έγινε μιά προστριβή πού πήρε μεγάλη διάσταση ανάμεσα στον Καραϊσκάκη και δύο καπεταναίους πρώτης τάξεως, τον Λεπενιωτάκη και τον Καραβίδα ή “Καρφίτσα¨, και ενώ η ρήξη είχε φτάσει στο απροχώρητο, ο Καραϊσκάκης άρχισε να υποχωρεί και γιά να διασκεδάσει την κατάσταση το έριξε στα αστεία για να εκτονωθεί η κατάσταση.

Όταν έφυγαν από την σκηνή του οι δύο αξιωματικοί, τον πλησίασε ο στρατηγός Χατζηπέτρος και του λέει “Άρχηγέ, έάν ήμην έγώ, ήθελα τους τιμωρήσει και ήθελα τους άποβάλει, δεν ήθελον ύποφέρει αύτήν την αύθάδειαν”. Ο Καραϊσκάκης γέλασε και του λέει “Αί Βλάχμπεη, Βλάχμπεη, έάν θέλης να είσαι άρχηγός, πρέπει να έχεις καλλίτερα παληκάρια άπό τον έαυτόν σου, ίκανωτέρους συντρόφους, διότι όταν αρχίζει ο πόλεμος, φωνάζω, πού είσαι Λεπενιωτάκη, πού είσαι Καραβίδα, και πηγαίνουν αύτοί πρώτοι είς τα ταμπούρια τα τούρκικα κι ύστερον πηγαίνω εγώ· σύρουν τα σπαθιά και πηδούν πρώτοι αύτοί είς τα τούρκικα ταμπούρια”. Τότε λέει ο Χατζηπέτρος “Έχεις δίκαιον άρχηγέ”.

( Έφημερίς των συζητήσεων της Βουλής Περιοδ Γ´ Σύνοδ Β 1871 Λόγος βουλευτού Δ. Χατζίσκου)

Γιά τον Καραϊσκάκη το μεγαλύτερο παλικάρι απ’ όλους ήταν ο Γιαννάκης της Καραμισούς.  Μιά μέρα του παραγγέλνει ο Στρατηγός να έλθει γρήγορα να τον συνάντησει και τον βρίσκουν να μπαλώνει το τσαρούχι του.

-Δεν έρχομαι μπαλώνω το τσαρούχι μ’!

-Τρέχα σε γυρεύει γλήγορα!

-Να τ’ πής, πρώτα θα μπαλώσω το τσαρούχι μ’, κ’ ύστερα!

Ξεκίνησε τέλος και πήγε. Άμα τον είδε ο Καραϊσκάκης αγρίεψε χειρότερα.

-Ώρέ κερατά! είπε ο Γιαννάκης και τράβηξε το σπαθί

Θα τονέ σκότωνε τον Καραϊσκάκη, άν δεν πέφταν οί άλλοι στη μέση. Τού στειλε ύστερα ένα ζευγάρι πιστόλια ο Στρατηγός και τον ξεθύμωσε.

Τέτοια τραβούσε από τ’ ανυπόταχτα τα παλικάρια του ο Καραϊσκάκης, άμαθα στην πειθαρχία πού θελε να τα βάλει, χωρίς να ξέρε κι ο ίδιος αυτή τη λέξη.

(Εφημ. Πολιτεία 18 Απριλίου 1921)

Άλλες φορές όταν έμπαινε ηθικό θέμα δεν έκανε πίσω με τίποτα ο Στρατηγός. Το 1826 πηγαίνοντας για βοήθεια στο πολιορκημένο Μεσολόγγι, πέρασε από το χωριό Πλάτανος στα Κράβαρα. Κάποια από τα παλικάρια του αρπάξανε κάποια σφαχτά από μιά στάνη. Οι τσομπάνηδες τους πήρανε χαμπάρι και άρχισαν να τους ακολουθούν. Ύστερα πήγαν να παραπονεθούν στον Καραϊσκάκη.

Ο Στρατηγός θύμωσε πολύ, τους φώναξε μπροστά τους και τους μάλωσε πικρά. “Αν ξανάρθουν, σκοτώστε τους” είπε στους τσομπάνηδες.

Αφού φύγανε αυτοί, κάλεσε τους άλλους πάλι, όπου τους έβρισε (“Να χαθήτε από δω σαποκοιλιές”) γιατί τον ντροπιάσανε στους Κραβαρίτες

(Από χωριάτη Κραβαρίτη)

Έτρεφε απεριόριστη εκτίμηση στις ικανότητες και την ανδρεία του Οδυσσέα Ανδρούτσου και του Μάρκου Μπότσαρη.

Για τον Ανδρούτσο είπε το 1826 στον ποιητή Παναγιώτη Σούτσο:

-“Στρατιώτες έχουμε πολλούς, μα ένας ήταν ο στρατηγός, ο Δυσσέας. Σαν το μυαλό τ’ Ανδρούτσου δεν ήταν άλλο”.

(Εφημ. Ήλιος 4 Νοεμβρίου 1860)

Σε μιά συζήτηση πού είχε ο Καραϊσκάκης με τον φίλο του, Βαγγέλη Κοντογιάννη, γιο του καπετάν Μήτσου Κοντογιάννη από το Ζατούνι(Λαμία), τον ρώτησε αυτός αν θεωρούσε το Μάρκο Μπότσαρη (είχε σκοτωθεί λίγο καιρό πριν) καλύτερο από την αφεντιά του:

-“Ο Μάρκος ήτανε τρανός! Είχε νού πού δεν είχε άλλος, είχε καρδιά λιονταριού και γνώμη δίκια σαν του Χριστού. Ούτε το δάκτυλο του δεν τού φτάνομε” είπε ο Καραησκάκις

(Ήρωες της Ελλ. Έπαναστάσεως υπό Θ. Ξένου έκδοση. α’ τομ. Β σ.266)

Μετά από κάθε μάχη ήθελε να ανταμείβει τα παλικάρια του:

“Είχε περίεργον τρόπον να συγκρατή και να τιμάη τους στρατιώτες του. Άν ένας στρατιώτης έκαμνε μια ξεχωριστή παληκαριά, του χάριζε π.χ. χίλια γρόσια” – (Howe ανωτ σελ 416)

“Ο Καραϊσκάκης ήτανε σ’ υπερβολικό βαθμό γενναιόδωρος, τα λάφυρα τα μοίραζε στους στρατιώτες του, και κρατούσε μονάχα ίσο μερίδιο για τον εαυτό του” – (G. Cochrane ανωτ σ. 40)

Ο Καραϊσκάκης διεκρίνετο για την ευφράδεια του, ενώ το χιούμορ του ήταν πηγαίο και αστείρευτο, σε τέτοιο βαθμό πού οι άνδρες του από το πολύ γέλιο ξεχνούσαν να φάνε, ήταν μιά τεράστια προσωπικότητα και μιά στρατιωτική ιδιοφυΐα, με βαθειά αίσθηση του δικαίου!

*Έτσι έγραφε το όνομα του