Η «επιστροφή» του Στράτου Διονυσίου. (1960 – 1990).
Ένα αντίδοτο στον καταιγισμό των «ψεύτικων ειδώλων» της εποχής


Η «επιστροφή» του Στράτου Διονυσίου, με αφορμή την συλλεκτική επανέκδοση της θρυλικής αυτοβιογραφίας του, αφενός αντανακλά την μεγάλη επιθυμία του κόσμου να γνωρίσει άγνωστες πτυχές από την ζωή και την καριέρα του μεγάλου καλλιτέχνη, που σημάδεψε, μέσα από την τριακονταετή πορεία του, το γνήσιο λαϊκό τραγούδι, αφετέρου είναι η ζωντανή απόδειξη ότι ο αξέχαστος λαϊκός βάρδος που αγαπήθηκε από τον ελληνικό λαό όσο λίγοι καλλιτέχνες, παραμένει διαχρονικός και επίκαιρος, ως αντιστάθμισμα απέναντι στον καταιγισμό των ψεύτικων ειδώλων της εποχής μας .

Συγγραφέας Βίκυ Μιχαλονάκου αφηγείται:

«Στράτος Διονυσίου: Μια από τις μεγαλύτερες μεταπολεμικές φωνές του λαϊκού τραγουδιού, ο άνθρωπος που υποδύθηκε τραγουδώντας τον «αλήτη», τον «κύριο», τον «μάγκα», τον «παλιατζή», τον «ταξιτζή», τον «ξένο», τα «πήρε όλα κι έφυγε»… ξαφνικά από κοντά μας, ένα μεσημέρι Παρασκευής, στις 11 Μάη του 1990, αφήνοντας πίσω του δεκάδες λαϊκές επιτυχίες και ένα δυσαναπλήρωτο κενό στο λαϊκό πεντάγραμμο.

Λαϊκό είδωλο επί τρείς δεκαετίες, δεν ανήκε σε καμιά ερμηνευτική σχολή, πλην της δικής του. Η ερμηνεία του, άμεση και «καθαρή» είχε το «τρέμουλο» των βυζαντινών ψαλτών λόγω της παραδοσιακής καταγωγής του, -ο πατέρας του ήταν ιεροψάλτης από το Αϊβαλί της Μικράς Ασίας-, και όπως ο ίδιος έλεγε κρατούσε από «ράτσα φωνής». Ήταν και «προσφυγάκι», «ξενάκι», πάντα μονήρης και αυτάρκης. Το «ξενάκι της Αθήνας που ένιωθε πάντα ξένος, που αναγκάστηκε να παλέψει σκληρά για την επιβίωση με τις μουσικές εταιρείες που τον είχαν στο «συρτάρι», κατακτά το όνειρό του και από «μαγκίτης» γίνεται πρίγκιπας. Ήταν ο «Ξένος», από την άλλη παρέμεινε πάντα ο «Άρχοντας» της πίστας που πήρε τον μεγάλο δρόμο, γιατί κατάλαβε ότι όλοι οι δρόμοι οδηγούν στο πουθενά…».

« Αυτός ο αναρχικός του λαϊκού τραγουδιού, τα «πήρε όλα κι έφυγε…» αλλά πριν περάσει στον Αχέροντα ψιθύρισε στον περιπτερά του:

«ένα λεπτό περιπτερά

βουλιάζει στα βαθιά νερά

το τελευταίο μου το πλοίο…»

« Μάγκα δώσ’ μου το τελευταίο σέρτικο…»

Αυτός ο ροκάς του λαϊκού πενταγράμμου, ο ροκάς της ζωής, με το ριγέ κουστούμι και το «λουστρινέ» παπούτσι, τα «πήρε όλα κι έφυγε…» Ποιός άλλος, άραγε, θα μπορούσε να διαδεχθεί τον Στράτο Διονυσίου; «Ποιος άλλος»; (Ομώνυμος τίτλος του τελευταίου του δίσκου που δεν πρόλαβε να ολοκληρώσει).

Το βιβλίο ΣΤΡΑΤΟΣ ΔΙΟΝΥΣΙΟΥ – εκδόσεις ΚΑΚΤΟΣ-, που υπογράφω ως βιογράφος του, έρχεται να μας θυμίσει, μέσα από την αυθεντική μαρτυρία του ίδιου, πως ο «Στράτος Διονυσίου ήταν ο γνήσιος συνεχιστής μιας μεγάλης λαϊκής παράδοσης» και όχι ο «παπαγαλίζων» διασκεδαστής μιας μουσικής βιομηχανίας.

«Έγραψα την αυτοβιογραφία του Στράτου, από ανάγκη γιατί ήταν παρεξηγημένος, αμφιλεγόμενος… Το βιβλίο είναι ένα αληθινό σενάριο ζωής. Ιχνηλατεί τα νεοελληνικά ήθη από τον εμφύλιο και μετά την σκληρή εποχή της επταετίας με κοινωνικοπολιτικές αναφορές, αλλά χωρίς ο ήρωας, να είναι ιδιαίτερα πολιτικοποιημένος ή ιδεολόγος, αλλά «παιδί του λαού» και του «λιμανιού και του σαλονιού».

Ιδιαίτερα, αποκαλυπτικός και εξομολογητικός, εξιστορώντας άγνωστες και αθέατες πλευρές της πολυτάραχης ζωής του, ακόμη και για τα πιο σκληρά κεφάλαια της ζωής του, για πληγές που ακόμη δεν είχαν κλείσει.

Ξεφυλλίζοντας, για τελευταία φορά, τα όνειρά του, τα βάσανά του, τις αδυναμίες του, τις αταξίες του, τις διαδρομές του σε απαγορευμένες ζώνες, έβγαζε κομμάτια από την ψυχή του, όπως έβγαζε και στα τραγούδια του.

Ο Στράτος μου μιλούσε, ξεδίπλωνε την πολυτάραχη ζωή του και με εξόρκιζε να τα γράψω, όπως τα ‘λεγε «στη γλώσσα της αλήθειας». Χωρίς ρετούς, χωρίς φτιασίδια, όπως αληθινός και αφτιασίδωτος ήταν και ο ίδιος.

Ο Στράτος μου μιλούσε και έβλεπε τ’ άλογά του να τρέχουν στον ιππόδρομο, έβλεπε τη ζωή του, ιδρωμένη, αγχωμένη να τρέχει με χίλια σαν προδιαγεγραμμένο φίνις. Ένοιωθε την κίτρινη βροχή και το ριγέ του κουστούμι, τα λουστρινέ παπούτσια του είχαν λερωθεί.

Ήταν μόνος, όπως ο Παίχτης του Ντοστογιέφσκι, όπως ο «χαρτοπαίκτης» του Πούσκιν στην Ντάμα Κούπα, περιμένοντας το μοναδικό τρόπαιο, το μοναδικό κέρδος της ζωής που ήταν ο θάνατος!

Τ’ άλογά του έτρεχαν στον ιππόδρομο και μια κούρσα θανάτου άρχιζε γι’ αυτόν…»

Ένα βιβλίο γραμμένο με σεβασμό στη μνήμη του και στην κληρονομιά του, και μαζί άμεσο και αυθεντικό, με τα λόγια του απαράλλαχτα όπως βγήκαν από τα χείλη του: «Περιπέτεια, όλη η ζωή μου μια περιπέτεια…».

Περίληψη – Βιβλίου

«Η αφήγηση της ζωής και του έργου του Στράτου Διονυσίου, μέσα από την αυθεντική μαρτυρία του ίδιου, εκτός από καταγραφή της προσωπικότητας του ανθρώπου και της προσφοράς του καλλιτέχνη, είναι μαζί και το χρονικό μιας ολόκληρης περιόδου της σύγχρονης ιστορίας μας.

Ένα φτωχό παιδί από προσφυγική οικογένεια της Νιγρίτας, ορφανό από τα μικρά του χρόνια, αναγκασμένο να παλέψει σκληρά για την επιβίωση, κατακτά το όνειρό του και γίνεται ο μεγάλος Στράτος Διονυσίου, ο καλλιτέχνης που αγαπήθηκε από τον ελληνικό λαό όσο λίγοι.

Ήρωας μέσα στις «άγριες νύχτες» μια ολόκληρης τριακονταετίας και μαζί συνεχιστής μιας μεγάλης λαϊκής παράδοσης, ο Στράτος Διονυσίου ήταν πάνω απ’ όλα γνήσιος στη ζωή και στην τέχνη του.

Από τα δύσκολα παιδικά χρόνια μέχρι το μεσουράνημα, εικόνες και βιώματα μιας πολυτάραχης ζωής συνθέτουν ένα αληθινό σενάριο και μαζί ένα ιστορικό ντοκουμέντο, που σε καμία στιγμή δεν προσποιείται ούτε προδίδει την αλήθεια, ακόμα και όταν φτάνει στα πιο δύσκολα προσωπικά ζητήματα.

Ένα βιβλίο γραμμένο με σεβασμό στη μνήμη του και στην κληρονομιά του, και μαζί άμεσο και αυθεντικό, με τα λόγια του απαράλλαχτα όπως βγήκαν από τα χείλη του: «Περιπέτεια, όλη η ζωή μου μια περιπέτεια…».

(Από την παρουσίαση στο οπισθόφυλλο του βιβλίου).


Η Βίκυ Μιχαλονάκου είναι Ελληνίδα δημοσιογράφος (τακτικό μέλος της Ε.Σ.Η.Ε.Α) και τηλεπαρουσιάστρια. Γεννήθηκε στον Πειραιά, σπούδασε στη Ράλλειο Πρότυπο Σχολή, και μεταξύ άλλων σπούδασε, Κοινωνικές- Πολιτικές Επιστήμες, Δημοσιογραφία, Δημόσιες Σχέσεις. Είναι κάτοχος μεταπτυχιακού στη Δημοσιολογία, Επικοινωνία.