Η προέλευση της φράσης ανάγεται στα χρόνια του βασιλιά Όθωνα και αποδίδεται στον Κωλέττη.

Ως γνωστόν, η Αθήνα της εποχής εκείνης ήταν μια μικρή πόλη και κάθε άλλο παρά με τη σημερινή έμοιαζε.

Η φτώχια και η ανέχεια μάστιζαν τους κοτοίκους, παράλληλα με όλες τις άλλες ελλείψεις σε δομές και η ψυχαγωγία ήταν ουσιαστικά ανύπαρκτη. ‘Ηταν λοιπόν πολύ τυχερός κανείς, εάν κατάφερνε να τον προσκαλέσουν σε κάποια από τις λιγοστές κοσμικές συγκεντρώσεις που γινόταν. Και, φυσικά, δεν ήταν καθόλου εύκολο να παρευρεθεί κανείς σε μια δεξίωση, και μάλιστα του Αντιβασιλιά Άρμανσμπεργκ.

Δεν είχε, βλέπετε, ακόμα διαμορφωθεί οι κοινωνικές τάξεις και οι κύκλοι των αστών και μεγαλοαστών, αφού η απελευθέρωση απόπ τους Τούρκους ήταν πρόσφατη και ο κόσμος προσπαθούσε να ορθοποδήσει.

Σε μια από αυτές τις συγκεντρώσεις έτυχε να παραβρεθεί και ο Κωλέττης, που όταν τον ρώτησαν τι γνώμη έχει για το αραχνοΰφαντο μαύρο βέλο που φορούσε στο πρόσωπο της η εύθυμη χήρα των σαλονιών και της συγκεκριμένης συγκέντρωσης Μαριορή – Ζαφειρίτσα Κοντολέοντος, απάντησε: “Έτσι δε θα φαίνεται όταν θα κοκκινίζει καμιά φορά” , και συμπλήρωσε: “Μωρέ, όλα τα’ χει η Μαριορή ο φερετζές της λείπει”.

H φράση έμεινε ως τις μέρες μας και τη χρησιμοποιούμε για να δείξουμε ότι κάποιος ασχολείται με επουσιώδη πράγματα, ενώ υπάρχουν πολύ σοβαρότερα ή για ειρωνευθούμε κάποιον ο οποίος δίνει έμφαση σε είδη πολυτελείας, ενώ υπάρχει ένδεια σε βασικά αγαθά.