Οι εγωιστές είναι συνήθως χαρισματικά άτομα, αλλά αυτοκαταστρέφονται γιατί δεν έχουν γνώθι σαυτόν. Και ούτε μπορούν να το αποκτήσουν. Έτσι, χάνουν στη ζωή λόγω της απουσίας μιας διαδικασίας που οδηγεί στην αυτογνωσία.

Δρ. Στέφανος Καραγιαννόπουλος*

Ο HOMO SΑΡΙΕΝS λειτουργεί ως μια αυτοδύναμη βιολογική μηχανή που στοχεύει αταλάντευτα στην επιβίωση και την αναπαραγωγή της έναντι παντός τιμήματος. Ο αγώνας υπερίσχυσης στον έντονα ανταγωνιστικό κόσμο που ο ίδιος δημιουργεί, του πυροδοτεί τα πιο ισχυρά ένστικτα επικράτησης και τον τροφοδοτεί με μοναδική ενέργεια, οδηγώντας τον και στις πιο βάρβαρες πράξεις έναντι ανταγωνιστών. Ζώντας μέσα στη φυσική του ομάδα (οικογένεια, κοινωνία, φυλή) εκπαιδεύεται αφομοιώνοντας ό,τι βλέπει, ακούει ή αισθάνεται. Ενστικτωδώς μιμούμενος σκέφτεται, συμπεριφέρεται, αισθάνεται, δηλαδή αναπαράγει κατά 90% εικόνες ζωής και πνευματικούς στόχους ανάλογους με τις εμπειρίες που βιώνει.

Οικοδομεί τη δική του προσωπικότητα, που είναι αντικατοπτρική των ιδεών, των ειδώλων και των εμπειριών του. Ωστόσο, αυτές ενδέχεται να καταγραφούν στον μικρό ανθρωπάκο των τριών περίπου ετών με αρνητικό ή θετικό πρόσημο. Η εγωκεντρική προσωπικότητα του είναι προϊόν ανάλογης διαπαιδαγώγησης στην τρυφερή ηλικία.

Οι εικόνες της πρώτης παιδικής ηλικίας αποτελούν σηματωρούς ψυχής που έργο τους είναι η συνεννόηση μέσω σημάτων με άλλα κέντρα του εγκεφάλου και της ψυχής, που δίνουν άλλο, βαθύτερο νόημα και στις πιο δυσνόητες εικόνες: Π.χ. ποιο είναι το πρόσωπο του Θεού, τι συμβολίζει η σημαία, για ποιες ιδέες πρέπει το άτομο να θυσιάζεται; Τότε τα σύμβολα μετουσιώνονται σε αδιαμφισβήτητα συμβόλαια ζωής και το άτομο τα υπηρετεί πιστά και ισόβια. Αν στα πρώτα πέντε έτη της ζωής αποτύχει η σύζευξη των αισθημάτων εκτίμησης και αγάπης που έχει απόλυτη ανάγκη το παιδί και τα προσλαμβάνει από τους γονείς του, τότε αυτό δεν αποκτά ποτέ σταθερό συναίσθημα αυτοεκτίμησης. Όσο μεγαλώνει τόσο μεγαλώνει και η «πείνα» του για αναγνώριση και επιδοκιμασία. Ένας «ανεξέλεγκτος εγωιστής» γεννήθηκε, ο οποίος ψάχνει (υποσυνείδητα) τους γονείς του, που στο μεταξύ έχουν χαθεί, για να τους παρουσιάζει τρόπαια. Σκεφτείτε ότι οι βιολογικοί γονείς δεν πεθαίνουν ποτέ στην ψυχή του παιδιού. Αντίθετα, συζούν μαζί του όσο αυτό ζει.

Ψυχαναλυτικά αυτή η ψυχοτοποθέτηση στα άτυχα αυτά παιδιά λειτουργεί ως μήτρα διαταραχών της προσωπικότητας και της προσαρμογής και καταστρέφει τις ζωές εκατομμυρίων ανθρώπων, καθώς γενετικοί ή περιβαλλοντικοί αιτιολογικοί παράγοντες δεν έχουν σαφώς ιχνηλατηθεί ως πηγές αυτής της δυστυχίας.

Σημειώστε ότι οι μηχανισμοί, οι τρόποι σκέψης και οι περιβαλλοντικοί παράγοντες που διαπλέκονται και οι προσωπικές εμπειρίες που οικοδομούν συνδυαστικά την προσωπικότητα (ενιαία ψυχολογική, πνευματική και ηθική οντότητα) είναι δαιδαλώδεις. Πρακτικά καθίστανται ανεξερεύνητοι, καθώς εμπεδώνονται στα πολύ πρώιμα έτη, κατά τα οποία το παιδί δεν μπορεί να εκφραστεί.

Ο FREUD, προσπαθώντας να διερευνήσει την ποικιλία και την ένταση των δυνάμεων που διαμορφώνουν την προσωπικότητα, κατέληξε ότι αυτές θεμελιώνονται πάνω σε τρεις βάσεις. Η πρώτη, το Εγώ, επιτρέπει στο άτομο να λειτουργεί υπεύθυνα μέσα σε ένα κοινωνικό σύνολο και προσαρμόζοντας τη συμπεριφορά του να καλύπτει τις ανάγκες του. Η έκφραση του Εγώ είναι η ρεαλιστική και λογική σκέψη που αποκτά το άτομο ζώντας στο κοινόβιο. Η θεμελιώδης δράση του Εγώ είναι η προσαρμογή και η ικανότητα δημιουργίας κοινωνικών σχέσεων. Κατά τον Freud το Εγώ δεν αλλάζει ουσιαστικά. Κατά τον Erik Erickson αναπροσαρμόζεται σημαντικά. Κατά τον Nietzsche το Εγώ ορίζεται ως το σύνολο της συνειδητοποιημένης πραγματικότητας και περιλαμβάνει τη βούληση, την αίσθηση και τη σκέψη του ατόμου. Το Εγώ είναι η βιωμένη σοφία του ατόμου, που επαγρυπνεί για το άτομο και τα πρόσωπα που αγαπά, ενώ οπλίζεται με χαρακτηριστικούς ψυχικούς αμυντικούς μηχανισμούς που το καθιστούν πρακτικά μοναδικό.

Η δεύτερη βάση, το Εκείνο, βηματοδοτείται από πρωτόγονα ένστικτα και σκοπεύει στην άμεση κάλυψη βιολογικών απαιτήσεων χωρίς ηθικούς φραγμούς, με αιτίες, λογική και αξίες της εποχής των πρωτοπλάστων (π.χ. πείνα, σεξ). Ταυτόχρονα, τροφοδοτεί το άτομο με τη φυσική ζωώδη ορμή, σωματική και ψυχική. Η τρίτη, το Υπερεγώ, φανερώνει την καθαρή νοητική, συνειδητή προσπάθεια του ανθρώπου να υιοθετήσει και να υλοποιήσει στη ζωή του κοινωνικές και ηθικές αξίες. Η φωνή του Υπερεγώ είναι η φωνή της συνείδησης, ο αγώνας για κάτι ανώτερο και ηθικότερο. Έτσι, το άτομο εμφανίζει και ενοχές όταν έρχεται σε αντιπαράθεση με τον θεσπισμένο ηθικό κώδικα.

Σύμφωνα με άλλους, η προσωπικότητα διαφοροποιείται σε εξωστρεφή και ενδοστρεφή. Άλλοι θεωρούν ότι ο μέγιστος διαμορφωτής της είναι η ορμή προς την εξουσία, τη «νίκη», που εξαναγκάζει το άτομο να επιδιώκει τπ μέγιστη ανταμοιβή των προσπαθειών του και να αναζητά τη μέγιστη συμμόρφωση από τους συνεργάτες, καθώς αυτός εξελίσσεται σε «άσπλαχνο εγωιστή».

Όταν αποφασίζει ένας εγωιστής, οι αποφάσεις θα είναι τολμηρές, μεγαλεπήβολες, άμεσες, συχνά επικίνδυνες και εξωπραγματικές λόγω της ψυχικής ορμής του. Ο εγωιστής σχεδόν ουδέποτε υποχωρεί, καθώς δεν ενδιαφέρεται για τη λογική, την πραγματική διευθέτηση ή την εξομάλυνση οποιουδήποτε θέματος, επειδή πρυτανεύει το προσωπικό του συμφέρον, η ατομική ευημερία. Η αλαζονεία, η αυταρέσκεια, ο ναρκισσισμός τον χαρακτηρίζουν. Μόνο ένας εγωιστής παραλαμβάνει «μηδέν», οικοδομεί «αυτοκρατορία», εγκαταλείπει «χάος». Και η ιστορία απαριθμεί πολλούς.

Ο εγωιστής γεννιέται μέσα από μια άτυχη ιδιόμορφη σχέση, την πλέον πρωταρχική, αυτήν ανάμεσα στη μητέρα και στο παιδί. Αν οι ανάγκες του παιδιού -π.χ. αγκαλιές, κράτημα, παιχνίδι, θηλασμός, φροντίδα- δεν επιλυθούν ικανοποιητικά για το βρέφος, δημιουργούνται ανεξέλεγκτες, δυσάρεστες ψυχικές εντυπώσεις που δεν μορφοποιούνται -λόγω της ανωριμότητας του βρέφους- αλλά το επιβαρύνουν ισόβια. Φυσικά, απρόσφορες σχέσεις μεταξύ πατέρα και παιδιού αλλά και μεταξύ πατέρα και μητέρας ναρκοθετούν επιπρόσθετα το απαραίτητο ψυχικό δέσιμο του παιδιού με την οικογένεια. Τα τελευταία χρόνια -όχι ανεξήγητα- εγωιστικές και ναρκισσιστικές συμπεριφορές παρατηρούμε όλο και περισσότερο στις σύγχρονες κοινωνίες, οι οποίες αναπαράγουν τέτοια πρότυπα, όπως την ανερμάτιστη επιδειξιμανία, τις εφήμερες κοσμοπολίτικες σχέσεις, την απόκτηση (εύκολου) πλούτου και την προσπάθεια επίτευξης Τν-αναγνωρισιμότητας.

Ο εγωιστής είναι δυστυχισμένος, ο χαρακτήρας του δεν του επιτρέπει να έχει στενές και υγιείς σχέσεις· πάσχει από ανασφάλεια και ζήλια, ενώ θεωρεί τους άλλους ευτυχισμένους καθώς εμφανίζονται τριγυρισμένοι από φίλους. Ο ίδιος παραμένει μόνος και μοναχικός. Το πληγωμένο εγώ του φοβάται τις σχέσεις, ενώ η αγάπη του θεωρείται ιδιοκτησία και όχι αμοιβαίο συναίσθημα. Συμπεριφέρεται σαν να νιώθει ότι ο κόσμος είναι αυτός ο ίδιος. Σκέφτεται μόνο τον εαυτό του, ενδιαφέρεται μόνο για το προσωπικό του συμφέρον αδιαφορώντας για όλους τους υπόλοιπους. Φυσικά, οι άλλοι ανταποκρίνονται με παρόμοιο τρόπο.

Ο εγωιστής αυτοχαρακτηρίζεται δυνατός, ωστόσο ο ναρκισσισμός και η φιλαργυρία είναι κατάρες. Καταδικάζει τον εαυτό του χάνοντας την εμπιστοσύνη του σε αυτόν και γίνεται ενοχλητικός στους άλλους προσπαθώντας να τους ταπεινώνει. Αρκετοί φιλάργυροι ναρκισσιστές ταλαιπωρούν άλλους ανθρώπους χωρίς οίκτο. Βλέπουν το χρήμα ως μοχλό ανόρθωσης της κατωτερότητας τους. Το χρήμα, ωστόσο, δεν είναι δύναμη, είναι μέσο δύναμης, είναι η ικανότητα να το παράγεις. Πλούσιοι επτώχευσαν και επείνασαν, οι πραγματικά ικανοί ποτέ.

*Ο κ. Καραγιαννόπουλος είναι Καθηγητής Παθολογίας του Πανεπιστημίου Αθηνών.