Ερευνητές μελέτησαν όσα συμβαίνουν στις γνωριμίες των ανθρώπων, της σύγχρονης εποχής και κατέληξαν στο ότι συνήθως αρέσουμε στους άλλους πολύ περισσότερο από ό,τι πιστεύουμε. Πώς γίναμε οι ‘εχθροί’ του εαυτού μας.
                                                                                                    Νίκη Μπάκουλη

Προ social networks και dating apps η συνήθης πρακτική για να αποκτήσουμε έναν νέο φίλο ή έναν σύντροφο ήταν να βρούμε έναν τρόπο να τον/την προσεγγίσουμε -δια ζώσης- και να αρχίσουμε μια συζήτηση μαζί του/της. Μετά αναλάμβανε δράση η ‘χημεία’, ενώ το ένστικτο ήταν αυτό που μας βοηθούσε να καταλάβουμε αν ο άλλος/η άλλη ενδιαφερόταν για εμάς -μέσω των ‘σημάτων’ που εξέπεμπε κατά τη διάρκεια της κουβέντας. Αυτά δεν ισχύουν πια, καθώς χάσαμε την ικανότητα μας να ‘βλέπουμε’ τα ‘σήματα’.

Όπως αποκαλύπτει πρόσφατη έρευνα, πλέον η συντριπτική πλειοψηφία των ανθρώπων αμφισβητούμε αυτά που νιώθουμε, κατά την επικοινωνία -την αλληλεπίδραση. Και τελικά, υποτιμούμε το πόσο αρέσουμε στους άλλους.

Γιατί δεν πιστεύουμε ότι αρέσουμε στους άλλους
Τέσσερις ερευνητές από ισάριθμα προγράμματα πανεπιστημίων (Cornell, Harvard, Essex και Yale) θέλησαν να μελετήσουν ‘αν αρέσουμε στους ανθρώπους περισσότερο από ό,τι νομίζουμε’. Στην παρουσίαση της ιδέας εξήγησαν πως “μια συζήτηση με νέους ανθρώπους είναι σημαντικό μέρος της κοινωνικής μας ζωής, που μας προσφέρει ικανοποίηση. Είναι ο τρόπος που αποκτούμε νέους φίλους και συντρόφους. Αυτός που μας βοηθά να προσαρμοστούμε σε μια γειτονιά ή μια εργασία. Είναι ο βασικός τρόπος με τον οποίον μαθαίνουμε τον κόσμο. Αλλά οι συζητήσεις με νέους ανθρώπους σπάνια είναι εύκολες.

Παρ’ όλα αυτά, οι συζητήσεις μπορούν να γίνουν τρομακτικές και να προκαλέσουν άγχος, κάτι που κάνει τους ανθρώπους να ανησυχούμε για το τι πραγματικά πιστεύουν οι συνομιλητές μας για εμάς. Είμαστε ακριβείς στις εκτιμήσεις; Ανακαλύψαμε πως οι άνθρωποι συστηματικά υποτιμούμε πόσο αρέσουμε στους συνομιλητές τους και πόσο εκείνοι απολαμβάνουν την παρέα μας.

Αυτή η ψευδαίσθηση ονομάζεται ‘liking gap’. Παρατηρήσαμε το φαινόμενο με ξένους που γνωρίστηκαν σε εργαστήριο, με πρωτοετείς φοιτητές που συστήθηκαν με τους συγκατοίκους τους στον κοιτώνα και με μέλη γενικού κοινού που γνωρίστηκαν με άλλους, κατά τη διάρκεια σεμιναρίου με αντικείμενο την προσωπική εξέλιξη. Το ‘liking gap’ εμφανίστηκε στις συζητήσεις, με διάφορες διάρκειες -κάποιες φορές ‘κράτησε’ για μήνες”.

Σημείωση: το φαινόμενο ‘liking gap’ είναι το κενό μεταξύ του πόσο πιστεύουμε πως αρέσουμε σε κάποιον από το πόσο όντως, του αρέσουμε. Πρόσφατες έρευνες αποδεικνύουν πως οι περισσότεροι άνθρωποι υποτιμούν πόσο είναι αρεστοί και πόσο οι άλλοι άνθρωποι απολαμβάνουν την παρέα τους και τις συζητήσεις μας.

Ποιες είναι οι δυσκολίες που κάνουν τις συζητήσεις δύσκολες
Κατ’ αρχάς η πρώτη συζήτηση με έναν νέο άνθρωπο είναι συνωμοσία ευγένειας, κατά την οποία ουδείς αποκαλύπτει τα πραγματικά του συναισθήματα.

Δεύτερον, οι συζητήσεις αυξάνουν τη ‘σκιά’ της κοινωνικής απόρριψης, οπότε οι άνθρωποι γινόμαστε διστακτικοί ως προς το να εκφράσουμε το ενδιαφέρον μας για άλλους -με το φόβο ότι δεν θα είναι αμοιβαίο.

Τρίτον, οι συζητήσεις είναι απαιτητικές για το μυαλό και ακόμα και όταν οι συνομιλητές έχουν ενδιαφέρον ο ένας για τον άλλον και στέλνουν τα σχετικά ‘σήματα’, υπάρχει αποτυχία στην παρατήρηση αυτών, καθώς είναι επικεντρωμένοι στον εαυτό τους και στο τι θα πουν μετά. Έτσι, δεν ακούν όσα τους λέει ο άλλος.

Κατά συνέπεια, η φυσική δυναμική της συζήτησης μπορεί να κάνει δύσκολη τη διαπίστωση του αν αρέσουμε σε κάποιον και συνήθως η επαφή χαρακτηρίζεται από αβεβαιότητα και αμηχανία. Με σκέψεις “μήπως ξεπέρασα τα όρια;”, “μήπως μιλάω πολύ”, “μήπως πιστεύει πως είμαι βαρετή;” κ.λπ).

Γινόμαστε υπερβολικοί και εγωκεντρικοί
Βάσει πάντα των επιστημόνων και των μελετών που έχουν κάνει, οι άνθρωποι τείνουμε να είμαστε υπερβολικοί με την αυτοκριτική και το ‘αναμάσημα’ (την ατελείωτη ‘επεξεργασία’ στο μυαλό μας) όσων λέμε. Την ίδια ώρα, δεν δίνουμε ιδιαίτερη βάση σε αυτά που μας λένε οι άλλοι. Συχνά γινόμαστε πολύ εγωκεντρικοί και πιστεύουμε πως όλοι μας κρίνουν.

Ένα παράδειγμα αυτής της πρακτικής έχει προσδιοριστεί ως ‘spotlight effect’. Όπου spotlight είναι ο προβολέας που… ρίχνουμε επάνω μας, όταν πιστεύουμε πως όλοι μας κοιτάζουν και μας κρίνουν περισσότερο, από όσο όντως γίνεται.

Ένα άλλο παράδειγμα του πόσο εγωιστές έχουμε γίνει είναι το ‘illusion of transparency’. Η ψευδαίσθηση της διαφάνειας αφορά καταστάσεις στις οποίες πιστεύουμε πως όλοι ξέρουν ακριβώς τι σκεφτόμαστε, ενώ δεν έχουν την παραμικρή ιδέα -γιατί δεν είναι στο μυαλό μας.

Στις συζητήσεις έχουμε τη συνήθεια να είμαστε όσο πιο ευγενικοί μπορούμε, ειδικά στη γνωριμία. Η ευγένεια αυτή έχει γίνει ένας τρόπος ‘προσωπείου’ που χρησιμοποιούμε και μπορεί να προκαλέσει παρεξηγήσεις ως προς το πόσο αρέσουμε στους άλλους. Σε συζητήσεις που είναι περίπλοκες, ‘χάνουμε’ τα ‘σήματα’ που μας στέλνει ο άλλος, είτε είναι λεκτικά, είτε όχι. Πώς; Με το να επικεντρωνόμαστε στο τι θα πούμε στη συνέχεια της κουβέντας, χωρίς να ακούμε αυτά που μας λέει ο άλλος.

Επίσης, έχουμε αναπτύξει τη συνήθεια να προστατευόμαστε -πάση θυσία- από την απόρριψη. Ένας από τους επικρατέστερους τρόπους είναι να μη δείχνουμε ενδιαφέρον για τον άλλον.

Υπάρχει σωτηρία;
Οι συζητήσεις έχουν τη δύναμη να εξελίξουν δυο ξένους σε φίλους και από έναν καφέ να οδηγηθούμε σε γάμο -όπως και μια συνέντευξη για δουλειά να μας δώσει όντως τη θέση. Αυτό που τις κάνει δύσκολες είναι ότι οι άνθρωποι δεν ξέρουμε τι πραγματικά πιστεύουν οι συνδαιτυμόνες για εμάς. Οπότε επικεντρώνουμε στις δικές μας σκέψεις, οι οποίες συνήθως είναι πιο αρνητικές στο μυαλό μας, από ό,τι είναι στην πραγματικότητα. Η συνέπεια είναι να υποτιμούμε πόσο αρέσουμε σε κάποιον ή πόσο κάποιος περνάει καλά μαζί μας. Οι συζητήσεις είναι εξαιρετική πηγή χαράς στη ζωή μας και από ό,τι φαίνεται αρέσουμε στους άλλους περισσότερο από ό,τι αντιλαμβανόμαστε.

Ποια είναι η λύση; Να απολαμβάνουμε την όποια συζήτηση υποκινούμε, χωρίς να σκεφτόμαστε -και να διαλύουμε στο μυαλό μας κάτι πριν καν αρχίσει. Να διαχειριζόμαστε τα δεδομένα μετά το τέλος της αλληλεπίδρασης και παίρνουμε τις αποφάσεις μας τότε, έχοντας μια ολοκληρωμένη εικόνα που δεν έχουμε ‘καταστρέψει’ μόνοι μας, με τα άγχη μας.

Κάποια από τα σημάδια πως η γνωριμία πάει καλά
Η ιστοσελίδα PS I love you που εξειδικεύεται στα θέματα των σχέσεων ανέφερε κάποια ‘σημάδια’ που κάνουν πιο ξεκάθαρο αν αρέσουμε σε κάποιον/κάποια.

✎ Η κλίση του σώματος προς το μέρος μας

Όταν ο άνθρωπος που έχετε απέναντι σας ‘γέρνει’ προς το μέρος σας ή προσπαθεί να έλθει πιο κοντά σας, είναι ένα από τα πιο ξεκάθαρα σημάδια ενδιαφέροντος -όπως έχει δείξει έρευνα.

✎ Θυμούνται τις μικρές λεπτομέρειες

Αν κάνετε τον κόπο και ακούσετε όσα λέει ο άνθρωπος απέναντι (αντί να σκέφτεστε τι θα πείτε αφότου ολοκληρώσει), θα διαπιστώσετε και αν θυμάται πράγματα που έχετε ήδη αναφέρει. Αν τα θυμάται, σημαίνει πως έχει ενδιαφερθεί να τα ‘καταγράψει’, άρα έχει ενδιαφερθεί γενικά.

✎ Κάνουν προσπάθεια να βρουν θέματα προς συζήτηση

Πάντα κατόπιν έρευνας διαπιστώθηκε πως η πιο συνήθης συμπεριφορά ανθρώπου που ειλικρινώς ενδιαφέρεται για κάποιον είναι ότι η προσπάθεια που καταβάλει, ώστε να συνεχιστεί η συζήτηση. Επιδιώκει να βρει θέματα προς συζήτηση, για τα οποία να ενδιαφέρεστε και οι δύο ή να μάθει όσα περισσότερα μπορεί για εσάς.

✎ Δεν χάνουν το χαμόγελο

Αυθορμήτως ο άνθρωπος που έχετε απέναντι έχει ένα χαμόγελο ‘καρφωμένο’ στο πρόσωπο του, όση ώρα είστε μαζί. Αυτό σημαίνει πως οι μύες του δείχνουν όσα ενδεχομένως δεν λέει. Αν επιδιώκει να ‘βρίσκει’ το βλέμμα σας, τότε η συνθήκη είναι win win.

✎ Παραμένουν νευρικοί

Έρευνα που έγινε το 2020 συνέδεσε το αίσθημα του άγχους με την έλξη. Άρα αν κοκκινίζει ο άνθρωπος απέναντι ή ιδρώνει ή έχει άλλα εμφανή σημάδια άγχους, το πράγμα πάει προς τη σωστή κατεύθυνση. Και ο λόγος είναι η αδρεναλίνη που εκκρίνει ο οργανισμός, όταν ‘ενεργοποιείται’ ένα συναίσθημα.

 

πηγή