Λίγες και λίγοι μου ως λίγος σας χαιρετώ! Δεν είμαστε οι θιασώτες! Είμαστε ο θίασος!
Είμαστε προϊόντα μιας συνεχούς αφαίρεσης που φτάσαμε στην αυτοακύρωση μας!


Γράφει ο Αλέξανδρος Τσίγγος*

Αν γνώριζαν εκείνοι οι άνθρωποι, που κρυφά και μυστικά συνέρχονταν και με κίνδυνο της ζωής τους, να συνωμοτήσουν για την αναγέννηση του έθνους, όπως το λέγανε, ότι μια μέρα οι απόγονοι του και οι επίγονοι των κόπων και της θυσίας τους, θα το διασκεδάζανε με κορδέλες ζαχαροπλαστείου, θα πηγαίνανε οι ίδιοι στον Σουλτάνο να σφάξει όσους περισσότερους Έλληνες μπορούσε.
Να μην υπάρξει εποχή που η λέξη Έλληνας θα ήταν συνώνυμο της ντροπής.

Γιατί συμβαίνει στα ιστορικά, να γίνονται λαοί σκλάβοι και να στενάζουν κάτω από έναν δυνάστη κι αυτό όσο κακό είναι, άλλο τόσο κατανοητό μπορεί να μας γίνει. Αλλά εκφυλισμένοι, ποταποί και ανάξιοι της ζωής, παραδομένοι σε κουρέλια και οι ίδιοι κουρέλια λαοί, δεν αξίζει να υπάρχουν, να ζουν και να αναπνέουν.
Δεν ζουν σε αυτό τον τόπο Έλληνες η απόγονοι Ελλήνων.
Ζούν καρικατούρες που υποδύονται τους Έλληνες σε ένα θεατρικό δρώμενο χυδαίας κωμωδίας. Μιας κωμωδίας με χοντροκομμένο και χυδαίο χιούμορ, που περιλαμβάνει βυζιά, κώλους, φαλλούς, μουτζουρωμένα με κραγιόν, πούδρα πρόσωπα ποτισμένα στο πατσουλί.

Ζούνε χαρωπές ανάλαφρες αυλίδες που δε θεωρούν ξετσίπωτο να κρεβατώνονται με τον καθ ενα που τους δίνει ένα φραγκάκι στην τσέπη.

Μάνες που δε ξέρουν ούτε που πάνε, ούτε γιατί υπάρχουνε, ούτε τι σημαίνει το όνομα τους..

Ζούνε κάτι γυναικωτά αρσενικά, που κρύβουν πίσω από τα μουστάκια τους και τις φροντισμένες με νιβέες επιδερμίδες τους, τα κοστουμάκια τους και τα τζινάκια τους, τα παπουτσάκια τους που είναι προσαρμοσμένα να δεχθούν τακούνια δωδεκάποντα, χανούμισσες έτοιμες και στα τέσσερα, μπας και κερδίσουν ακόμα μια μέρα ζωής με εξευτελισμό.

Νέες και νέοι χαμένοι στον κόσμο που τους έφτιαξαν οι γονείς τους με άναρθρες κραυγές για λεξιλόγιο, με το χαβαλέ του προσωρινού, με τον αφαιρετισμό των ιδεολογιών και της ιδεοληψίας.

Νέοι άνθρωποι, χωρίς την στοιχειώδη γνώση της ιστορίας και της γεωγραφίας, που να ξέρουν που στέκονται στον πλανήτη αυτό, γιατί δε χρειάζεται. Είναι το καινούργιο κρέας, όσο απέμεινε από αυτό που περίσσεψε από τους σαρκοφάγους γονείς τους.

Ένα χαρούμενο τρένο από χαρούμενα ζώα, πολύχρωμα και στολισμένα, με κορδέλες σαν τα Ελοί από το Ταξίδι στο Χρόνο του Ουελς.

Δεν είμαστε οι θιασώτες! Είμαστε ο θίασος!

Αν γνώριζαν εκείνοι οι άνθρωποι, που κρυφά και μυστικά συνέρχονταν και με κίνδυνο της ζωής τους, να συνωμοτήσουν για την αναγέννηση του έθνους, όπως το λέγανε, ότι μια μέρα οι απόγονοι του και οι επίγονοι των κόπων και της θυσίας τους, θα το διασκεδάζανε με κορδέλες ζαχαροπλαστείου, θα πηγαίνανε οι ίδιο στον Σουλτάνο να σφάξει όσους περισσότερους Έλληνες μπορούσε.

Να μην υπάρξει εποχή που η λέξη Έλληνας θα ήταν συνώνυμο της ντροπής.
Γιατί συμβαίνει στα ιστορικά να γίνονται λαοί σκλάβοι και να στενάζουν κάτω από έναν δυνάστη, κι αυτό όσο κακό είναι άλλο τόσο κατανοητό μπορεί να μας γίνει. Αλλά εκφυλισμένοι, ποταποί και ανάξιοι της ζωής, παραδομένοι σε κουρέλια και οι ίδιοι κουρέλια λαοί δεν αξίζει να υπάρχουν, να ζουν και να αναπνέουν.

Δεν ζουν σε σε αυτό τον τόπο Έλληνες η απόγονοι Ελλήνων.
Ζούνε καρικατούρες που υποδύονται τους Έλληνες σε ένα θεατρικό δρώμενο χυδαίας κωμωδίας. Κωμωδίας με χοντροκομμένο και χυδαίο χιούμορ, που περιλαμβάνει βυζιά, κώλους, φαλλούς, μουτζουρωμένα με κραγιόν, πούδρα πρόσωπα ποτισμένα στο πατσουλί.
Ζούνε χαρωπές ανάλαφρες αυλίδες που δε θεωρούν ξετσίπωτο να κρεβατώνονται με τον κάθε που τους δίνει ένα φραγκάκι στην τσέπη. Μάνες που δε ξέρουν ούτε που πάνε, ούτε γιατί υπάρχουνε, ούτε τι σημαίνει το όνομα τους..

Ζούνε κάτι γυναικωτά αρσενικά, που κρύβουν πίσω από τα μουστάκια τους και τις φροντισμένες με νιβέες επιδερμίδες τους, τα κοστουμάκια τους και τα τζινάκια τους, τα παπουτσάκια τους που είναι προσαρμοσμένα να δεχθούν τακούνια δωδεκάποντα, χανούμισσες έτοιμες και στα τέσσερα, μπας και κερδίσουν ακόμα μια μέρα ζωής με εξευτελισμό. Νέες και νέοι χαμένοι στον κόσμο που τους έφτιαξαν οι γονείς τους με άναρθρες κραυγές για λεξιλόγιο, με το χαβαλέ του προσωρινού, με τον αφαιρετισμό των ιδεολογιών και της ιδεοληψίας, χωρίς την στοιχειώδη γνώση της γεωγραφίας, που στέκονται στον πλανήτη αυτό, γιατί δε χρειάζεται. Είναι το καινούργιο κρέας, όσο απέμεινε από αυτό που περίσσεψε από τους σαρκοφάγους γονείς τους.

Ένα χαρούμενο τρένο από χαρούμενα ζώα της φάρμας, πολύχρωμα και στολισμένα, με κορδέλες σαν τους Ελόϊ από το Ταξίδι στο Χρόνο του Ουέλς.

Δεν είμαστε οι θιασώτες! Είμαστε ο θίασος!


*Ο Αλέξανδρος Τσίγγος είναι ραδιοφωνικός και τηλεοπτικός παραγωγός, σε Μέσα Μαζικής Ενημέρωσης, τόσο της Αθήνας όσο και της Θεσσαλονίκης. Επικοινωνήστε μαζί του στο https://www.facebook.com/AlexandrosTsiggos

Τα άρθρα γνώμης αντανακλούν τις προσωπικές απόψεις των συντακτών και δεν αποτελούν θέσεις του FreeOpinion.News