Χ. Μπουκάι: Θέλω να σου μιλήσω για τις παγίδες της γλώσσας

0
325

Θέλω να σου μιλήσω για τις παγίδες της γλώσσας.

 ‘Oλα όσα συμβαίνουν λες και η διατυπωμένη γλώσσα –  αυτή που συνήθως χρησιμοποιώ για να επικοινωνήσω με τους ανθρώπους – δεν μπορεί να αντικατοπτρίσει αυτό που, κατά τα φαινόμενα, θέλω να πω.

 Μερικές φορές εγώ είμαι εγώ,
και η γλώσσα είναι η μεταμφίεση μου.

 Ας φανταστούμε πως θέλω να σου πω το εξής: ‘»Χθες, όταν με έβριζες, θύμωσα τόσο πολύ που μου ήρθε να σου σπάσω μια καρέκλα στο κεφάλι».

Αν μασκαρευτώ ,  σου λέω, «Μερικές φορές, η επιθετικότητα διαταράσσει τον οποιονδήποτε».

 Πρόσεξε την ασάφεια, τη διφορούμενη έκφραση και την απουσία ανάληψης ευθύνης στη δεύτερη φράση:

 Μερικές φορές…           Πότε;
η επιθετικότητα….          Ποια; Ποιανού; Για ποιον;
διαταράσσει….               Τι κάνει;
τον οποιονδήποτε….       Ποιον;

‘Αλλο ένα παράδειγμα, για να σου δείξω πως δεν κρύβω μόνο τη διάθεσή μου να σε χτυπήσω.  Σου λέω: «Έχεις όρεξη για καφέ;» αντί για: «Θέλω να πιω καφέ μαζί σου. Σου ζητώ να μου κάνεις παρέα».
Πολύ συχνά,  αντί να εκθέσουμε τη σκέψη που κρύβεται μέσα μας, υποβάλλουμε ερωτήσεις.
Αυτές είναι οι συγκαλυμμένες διατυπώσεις μας.
Αν,  κάθε φορά που κάνω μία ερώτηση, έψαχνα να βρω την κατάφαση που κρύβεται από πίσω, τότε θα συνειδητοποιούσα πόσο πολλά πράγματα αποσιωπώ.
Η ερώτηση είναι μια διαγραφή,  μια κλοπή ενός μέρους των λεγομένων μου ή της έκφρασής μου στο σύνολό της.
Στην ερώτηση δεν υπάρχει δέσμευση.. μιλάω χωρίς να λέω.. μεταμφιέζομαι.

Γιατί τα κάνω όλα αυτά;
Μήπως για να με αγαπούν, να με επιδοκιμάζουν, να με αποδέχονται, να είναι ικανοποιημένοι που γνωρίζουν έναν άνθρωπο τόσο ευχάριστο και ευγενικό όσο εγώ; Γιατί φοβάμαι πως θα με απορρίψουν, θα με εγκαταλείψουν, θα με κρίνουν και δεν θα με αγαπούν.

 Έτσι λοιπόν, ανοίγω το μπαούλο με τις λύσεις και μεταμφιέζομαι: μία στρογγυλή μύτη, λίγο κοκκινάδι, ένα ωραίο καπέλο, αστεία παπούτσια και, πάνω από όλα, κοστούμι και γραβάτα (γιατί δεν πρέπει να χαθεί η επισημότητα…).  Τότε πια σε εξαπατώ, σε παραπλανώ, σου λεω ψέματα…
Εσύ αποδέχεσαι τη μεταμφίεσή μου, αγαπάς τη μεταμφίεσή μου, θαυμάζεις τη μεταμφίεσή μου…  κι αν το κάνω καλά, ούτε καν συνειδητοποιείς τι συμβαίνει και νομίζεις πως είμαι εγώ αυτός που συναναστρέφεσαι.
Και μια μέρα εγώ συνειδητοποιώ πως αρχίζεις να μου λείπεις.  Θέλω να έρθεις σε επαφή μαζί μου… μαζί μου στ’ αλήθεια.
Και βγάζω τη μύτη, το κοκκινάδι, το καπέλο, παπούτσια, το κοστούμι και τη γραβάτα και τα φυλάω όλα στο μπαούλο με τις λύσεις. Και σπρώχνω τα μπαούλα μακριά για να μην με εμποδίζει στο πέρασμα.
Τώρα, ναι.
Τώρα είμαι εγώ.
Έλα μαζί μου.
Κοίτα με.
Ακουμπάμε.
Μύρισέ με.
Άκουσέ με
Είμαι εγώ.
Είναι αλήθεια. Τώρα με απορρίπτουν περισσότεροι.
Είναι αλήθεια πως με αγαπούν λιγότεροι.
Αλλά (κι εδώ ταιριάζει ένα αλλά),
όταν βρίσκω εσένα,
εσένα
που με αποδέχεσαι όπως είμαι…
Τι ικανοποίηση!
Μπορείς να το φανταστείς;
Τι ικανοποίηση!
Μη μεταμφιέζεσαι για χάρη μου!
Αυτό που εγώ πραγματικά θέλω
είναι να είμαι μαζί σου!

 

Χόρχε Μπουκάι – Γράμματα στην Κλαούντια (απόσπασμα)